Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης
Αρχική Σελίδα Επικοινωνία Χρήσιμες Συνδέσεις Χάρτης Πλοήγησης Γλωσσάριο
 website clocks
αναζήτηση    

Θεσσαλονίκης Μητρόπολη. Εκκλησιαστική ιστορία.

(Νικολάου Γρ. Ζαχαρόπουλου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ. – πρωτοπρ. Κωνσταντίνου Κωστάκη δρ Θ.)


Ουσιαστικότατο κεφάλαιο στην Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος αποτελεί η ίδρυση και η διαχρονική πορεία της τοπικής Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης μέχρι σήμερα, με βάση τους ιστορικούς σταθμούς και την διοικητική και πολιτική διάρθρωση της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας αλλά και γενικότερα του Ελλαδικού χώρου.

Α΄. ΠΡΩΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

1. Το προνομιακό υπόβαθρο της πόλης και της περιοχής
Η πόλη, ενταγμένη γεωπολιτικά στο χώρο της Μακεδονίας, περιοχή με ακμή και αίγλη ιδιαίτερα την περίοδο των Μακεδόνων (2000-148 π.Χ.), ιδρυμένη κατά τον Στράβωνα από το βασιλιά της Μακεδονίας Κάσσανδρο το 316/15 π.Χ. με το συνοικισμό είκοσι έξι πλησιόχωρων οικισμών και επίκεντρο την αρχαία πόλη Θέρμη, επονομασμένη με το όνομα της γυναίκας του και κόρης του Φιλίππου Β΄, αλλά και προικισμένη φυσικά με την εξαιρετική προνομιακή της θέση, γίνεται ο χώρος στον οποίο βρίσκεται το κέντρο βάρους της μακεδονικής εμπορικής εξέλιξης. Ωστόσο, η αναπτυξιακή αυτή προοπτική δεν μπορεί να μην συμπεριλάβει και την είσοδο σ’ αυτήν ξένων λαών, όπως των Εβραίων ή πολιτισμών, δοξασιών και αντιλήψεων, όπως τη λατρεία των αιγυπτιακών θεοτήτων Σάραπη και Ίσιδας, σύμφωνα με τα ανασκαφικά ευρήματα και τα επιγραφικά λείψανα της περιοχής.
Στους μετέπειτα βέβαια ρωμαϊκούς χρόνους η Θεσσαλονίκη θα αναδειχθεί το σπουδαιότερο πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο στη Βαλκανική. Η ανάδειξή της μετά τη μάχη της Πύδνας (168 π.Χ.) σε πρωτεύουσα του δεύτερου τμήματος της Μακεδονίας (= Macedonia secunda) και μετά το 146 π.Χ. σε πρωτεύουσα της ενοποιημένης επαρχίας της Μακεδονίας (= provincia Macedonia), η οχυρωματική της υποδομή για την αντιμετώπιση των βαρβαρικών επιδρομών ή την επικράτηση των εμφύλιων ρωμαϊκών αναμετρήσεων (49-31 π.Χ.) και η γειτνίασή της με τη “via Egnatia” που ένωνε την Αδριατική με τον Ελλήσποντο και τη Μ. Ασία, κατέστησαν την πόλη κέντρο όλης της χερσονήσου του Αίμου με αξιόλογη εμπορική κίνηση αλλά και με μεγάλη πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη ελληνικού χαρακτήρα, σύμφωνα και με το πλήθος επιγραφών και νομισμάτων της εποχής. Η ανύψωσή της επιπλέον σε ελεύθερη πόλη (= libera civitas) και το δικαίωμα της αυτοδιοίκησης - εκλογή «πολιταρχών» (Πρξ. 17, 6,8), ύπαρξη συγκλήτου, δήμου κ.λ.π.- φανερώνουν εκ των προτέρων τη δυναμική που επρόκειτο να αποκτήσει στην ιστορική πορεία της περιοχής, μέσα βέβαια στο πλαίσιο του συγκεντρωτικού χαρακτήρα της ρωμαϊκής διοίκησης. Η ανοικοδόμηση μεγάλων κτιριακών συγκροτημάτων στο πολιτικό και διοικητικό κέντρο της πόλης κατά την εποχή των Αντωνίνων (138-193) και των Σεβήρων (193-235) αλλά και οι προνομιακοί τίτλοι: «μητρόπολις της Μακεδονίας», «περιφανής των Μακεδόνων μητρόπολις» και «πόλις Θετταλίας κολωνία» αποδεικνύουν τη μεγάλη ακμή και άνθισή της στο 2ο και 3ο μ.Χ. αι. Η μεταφορά της έδρας, επίσης, από τον καίσαρα Μαξιμιανό Γαλέριο (298/99), που διοικούσε με τον αύγουστο Διοκλητιανό το Ανατολικό τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, από το Σίρμιο της Παννονίας στη Θεσσαλονίκη και η επιβλητική παρουσία του ανακτορικού συγκροτήματος, της αγοράς, της θριαμβευτικής αψίδας, της Ροτόντας κ. ά μεγαλόπρεπων δημόσιων κτιρίων μαρτυρούν την περαιτέρω ανύψωση της πόλης. Η αυτοκρατορική της ιδιότητα σχετίζεται άμεσα και με το νέο πολιτικό προσανατολισμό του ρωμαϊκού κράτους προς την Ανατολή και τη νέα πολιτική ιδεολογία της τετραρχίας, εφόσον με τις μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού και του Μ. Κωνσταντίνου ιδρύεται η ξεχωριστή μεγάλη διοικητική περιφέρεια της υπαρχίας του Ανατολικού Ιλλυρικού με δύο διοικήσεις, της Μακεδονίας και της Δακίας. Η καίρια από στρατηγική άποψη θέση της, ο πλούτος και η ιστορική της παράδοση θα παραμείνουν τα μόνιμα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και στη μετέπειτα ιστορία της. Ωστόσο ο πολιτικός και οικονομικός ρόλος της Θεσσαλονίκης θα συνεχίσει να είναι πρωταγωνιστικός και μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τη Ρώμη στη θέση του αρχαίου Βυζαντίου. Μέσα στο πλαίσιο της εξέλιξης της Νέας Ρώμης, της Κωνσταντινούπολης, σε κέντρο της αυτοκρατορίας και της οικουμένης, η Θεσσαλονίκη θα χαρακτηρισθεί «η πρώτη μετά την πρώτην» ή «η μετά την μεγάλην παρά Ρωμαίοις πρώτη πόλις».

2. Η ίδρυση και εδραίωση της Εκκλησίας στη Θεσσαλονίκη μέχρι πριν από τους χρόνους του Μ. Θεοδοσίου
Το προνομιακό αυτό υπόβαθρο της Θεσσαλονίκης μέσα στο όλο πλαίσιο της πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής κατάστασης των κατοίκων δημιουργούσε κατά τον 1ο μ.Χ. αι. πρόσφορο έδαφος για την περαιτέρω πρόοδο προς την χριστιανική αλήθεια. Από τη μια πλευρά, η επικρατούσα πολύμορφη θρησκεία του ελληνικού, αιγυπτιακού και ανατολικού πανθέου, η λατρεία του Καβείρου, ο συγκρητισμός και στη συνέχεια η λατρεία του αυτοκράτορα, σε συνδυασμό με τα ποικίλα θεάματα αγώνων και τέρψεων, όχι μόνο είχαν αρχίσει προ πολλού να μη συγκινούν, αλλά συνέβαλαν σταδιακά στην ηθική υποβάθμιση του λαού και καλλιεργούσαν εξελικτικά διάχυτη δυσπιστία στους ανθρώπους. Από την άλλη, η ραγδαία εμπορική ανάπτυξη της πόλης δεν ήταν δυνατόν να μην προσελκύσει το ενδιαφέρον των Εβραίων από τα άλλα μέρη της Μεσογείου, ώστε η Θεσσαλονίκη να αποτελέσει θρησκευτικό κέντρο του ιουδαϊκού κόσμου της ευρύτερης περιοχής, αφού εκεί υπήρχε η «συναγωγή των Ιουδαίων» (Πράξ. 17, 1). Επομένως ο αποκαλυπτικός τρόπος έλευσης και δράσης του αποστόλου Παύλου στο χώρο της Μακεδονίας και ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη φαίνεται ότι καθιστούσε προφανή την επιτυχία του ιεραποστολικού του έργου και συγκέντρωνε θετικές προϋποθέσεις στο ζήτημα της αποδοχής της νέας πίστης, εφόσον κάλυπτε την ουσιαστική ανάγκη των ανθρώπων για αναζήτηση της όντως αλήθειας.
Η ίδρυση της Εκκλησίας του Χριστού στη Θεσσαλονίκη καταγράφεται στην ιστορία μέσα στο πλαίσιο του έργου του αποστόλου των εθνών κατά την δεύτερη περιοδεία του, όταν εξαναγκάζεται να αναχωρήσει από τους Φιλίππους και μέσω της Εγνατίας οδού να έλθει στην πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής επαρχίας της Μακεδονίας (49/50 μ.Χ.). Η αποστολική δραστηριότητα εδώ του Παύλου και των συνοδών του, Σίλα και Τιμοθέου, σύμφωνα με τα στοιχεία που αντλούμε από τις Πράξεις και τις αντίστοιχες επιστολές του Προς Θεσσαλονικείς, συνδέεται άμεσα με το χώρο της ιουδαϊκής συναγωγής, όπου «κατ`α τ`ο ε[ιωθ`ος τ~?ω Παύλ?ω … κα`ι [επ`ι σάββατα τρία διελέγετο … [απ`ο τ~ων γραφ~ων…» (Πράξ. 17, 2), αλλά και με το πρόσωπο και την οικία του Θεσσαλονικέα Ιάσονα. Το σύνολο των αποδεχθέντων το παύλειο κήρυγμα για το πρόσωπο του Μεσσία – Χριστού, του μέλλοντος «παθε~ιν κα`ι [αναστ~ηναι [εκ νεκρ~ων», φαίνεται ότι αποτελούνταν από ένα μικρό μέρος Ιουδαίων και κυρίως από το πλήθος των εξ εθνών προσηλύτων της συναγωγής αλλά και από το μεγάλο αριθμό ανώτερης τάξης γυναικών (Πράξ. 17, 4). Βέβαια πρέπει να σημειωθεί ότι τα όρια της τοπικής Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης, ο αριθμός των πιστών, ο ακριβής χρόνος ίδρυσης και άλλα ειδικότερα στοιχεία παραμένουν ίσως εν πολλοίς άγνωστα. Το βέβαιο όμως και σημαντικό είναι ότι η Εκκλησία αυτή είναι αποστολική, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερο κύρος σ’ αυτήν, μια που η αποστολική τελικά παράδοση αποτελούσε τον κανόνα της πίστης, που έπρεπε να διατηρηθεί από όλους, παντού και «ες αεί», για να παραμείνει η Εκκλησία ως έκφραση του θείου θελήματος, μέσω της ανθρώπινης ιστορίας, κατά χαρισματικό και όχι νομοτυπικό τρόπο.
Τα πρώτα όμως βήματα της άρτι ιδρυμένης χριστιανικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης αμαυρώνονται από τις έντονες αντιδράσεις των Ιουδαίων, την προκληθείσα βάσει σχεδίου οχλαγωγία, την καταγγελία ενώπιον των αρχόντων για τις ενέργειες και αντιλήψεις των αποστόλων, δήθεν κατά του Καίσαρα, και την προσπάθεια σύλληψης των υπευθύνων. Αποτέλεσμα της ταραχής αυτής ήταν η κρυφή και δια νυκτός διαφυγή του Παύλου και των συνεργατών του στη Βέροια (Πράξ. 17, 5-10) και μετέπειτα η συνέχιση της αποστολικής δράσης στον άλλο ελληνικό χώρο, Αθήνα και Κόρινθο. Ωστόσο η προσπάθεια καταστολής του χριστιανικού μηνύματος στο χώρο της Θεσσαλονίκης φαίνεται ότι δεν μπορούσε πλέον να ανακόψει την πρόοδο της τοπικής Εκκλησίας, που καταλαμβάνει έκτοτε εξέχουσα θέση στην πορεία του Χριστιανισμού στον Ελλαδικό αλλά και στον Ευρωπαϊκό χώρο.
Η ανησυχία του Παύλου για τη σταθερότητα της πίστης στο χώρο της Μακεδονίας, η αποστολή του Τιμοθέου από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη για τη γνώση των εκεί πραγμάτων, η ενημέρωση απ’ αυτόν του Παύλου στην Κόρινθο σχετικά με την αφοσίωση στο αποστολικό κήρυγμα των χριστιανών της Θεσσαλονίκης, αλλά και προπάντων το περιεχόμενο των επιστολών Α΄ και Β΄ Προς Θεσσαλονικείς αφήνουν κάποια στοιχεία που μπορούν να συνθέσουν, έστω γενικά, μια αμυδρή εικόνα της πρώτης χριστιανικής κοινότητας των Θεσσαλονικέων. Τα πρώτα ζητήματα και οι δυσκολίες που απασχόλησαν τα μέλη της άρτι ιδρυθείσας τοπικής Εκκλησίας φαίνεται ότι δεν ήταν σοβαρά, αλλά αφορούσαν πρακτικές πλευρές της νέας ζωής των. Το ελάχιστο χρονικό διάστημα της παραμονής του Παύλου στη Θεσσαλονίκη, εξαιτίας της αναγκαστικής και αιφνίδιας αναχώρησής του, καθώς και η ελλιπής εκκλησιαστική οργάνωση και πνευματική κατάρτιση των πιστών ήταν επόμενο να επιτρέψουν την εμφάνιση παραλήψεων ή παρεκτροπών, όπως η παραμέληση της εργασίας, λόγω της προσήλωσης στην επικείμενη μεγάλη κρίση, η εμφάνιση ανταγωνισμών ή ζηλοτυπιών, περιπτώσεις που αναμφίβολα δυσχέραιναν την πορεία της κοινότητας. Από την άλλη η ανάγκη αντιμετώπισης του θανάτου, αναπόφευκτου στοιχείου της μετά την πτώση ανθρώπινης ζωής, με τα δεδομένα βέβαια της νέας πίστης, δημιουργούσαν εύλογα ερωτήματα σχετικά με την θέση των κεκοιμημένων κατά τη δευτέρα παρουσία ή με το χρόνο έλευσής της. Ωστόσο, οι παρουσιαζόμενες δυσκολίες αυτές φαίνεται να ήταν κατώτερες από την ικανοποίηση του Παύλου για τους Θεσσαλονικείς, εφόσον, όπως σημειώνει ο ίδιος, κατόρθωσαν να γίνουν υπόδειγμα«π~ασι το~ις πιστεύουσιν [εν τ~?η Μακεδονί?α κα`ι [εν τ~?η [ Αχαΐ?α», αλλά και εφόσον «[αφ’ ]ημ~ων [εξήχηται ]ο λόγος το~υ Κυρίου ο[υ μόνον [εν τ~?η Μακεδονί?α κα`ι [εν τ~?η [ Αχαΐ?α, [αλλ`α κα`ι [εν παντ`ι τόπ?ω …, \ωστε μ`η χρείαν ]ημ~ας {εχειν λαλε~ιν τι» (Α΄ Θεσσ. 1, 7-8). Το γεγονός αυτό, ότι η πίστη και η αγάπη υπεραυξάνουν στη χριστιανική κοινότητα της Θεσσαλονίκης, τροφοδοτεί τον Παύλο με την αίσθηση ότι η εκκλησιαστική ενότητα δεν απειλείται, παρά και τις επικρατούσες ενθουσιαστικές τάσεις, για τις οποίες αποστέλλει και δεύτερη επιστολή. Έτσι, παρά τις απευθυνόμενες συστάσεις, όπως η οφειλόμενη τιμή στους προϊσταμένους της Εκκλησίας, η τήρηση των παραδόσεων κ. ά., το στοιχείο που επικρατεί στην αποστολική ψυχή είναι κυρίως η αγάπη, καθώς και η επιθυμία της αντάμωσής του με τους Θεσσαλονικείς. Τα στοιχεία αυτά αλλά και η πληροφορία του Παύλου ότι το «ε[υαγγέλιον το~υ Χριστο~υ» ολοκλήρωσε την αποστολή του «[απ`ο ] Ιερουσαλ`ημ κα`ι κύκλ?ω το~υ [ Ιλλυρικο~υ» και ότι η πίστη άρχισε να διαδίδεται «[εν \ολ?ω τ~?ω κόσμ?ω» (Ρωμ. 1.8, 15.19) τοποθετούν την αποστολική Εκκλησία της Θεσσαλονίκης μεταξύ των ευημερούντων εκείνων κέντρων που αποβαίνουν ζωτικότατη δύναμη στην περαιτέρω διάδοση του Χριστιανισμού ή και ακόμη στην ίδρυση ίσως πλησιόχωρων σ’ αυτήν τοπικών χριστιανικών κοινοτήτων (Έδεσσας, Πέλλας, Αμφίπολης, Θάσου …).
Επομένως κατά τους μεταποστολικούς χρόνους εικάζουμε ότι διευρύνθηκε σταδιακά η διάδοση του Χριστιανισμού και η εκκλησιαστική οργάνωση με τη συνέχιση του ιεραποστολικού έργου του Παύλου και την ευθύνη των πρώτων επισκόπων της τοπικής αυτής Εκκλησίας. Είτε όμως αποδεχθούμε την παράδοση κατά την οποία φέρεται πρώτος επίσκοπος Θεσσαλονίκης ο Μακεδόνας Γάιος, είτε εκείνη που τοποθετεί στη θέση αυτή τον Θεσσαλονικέα Αρίσταρχο, συνέκδημους και τους δύο του Παύλου (Πράξ. 19, 23-29), το σημαντικό και αδιαμφισβήτητο για την εποχή στοιχείο είναι ότι μαζί με το γεγονός της διάδοσης του Χριστιανισμού ανακύπτει ένα ολόκληρο πλαίσιο δυσκολιών και εμποδίων.
Η κατ’ αρχήν αντίδραση από την πλευρά του ιουδαϊκού κόσμου αλλά και προπάντων στη συνέχεια η σθεναρή από μέρους της ρωμαϊκής εξουσίας πολεμική στο μήνυμα του Ευαγγελίου του Χριστού φάνηκαν να ανακόπτουν την επέκταση της αληθινής πίστης και ζωής. Ωστόσο τα αποτελέσματα από την εφαρμογή των διωγμών έδειξαν ότι όχι μόνο δεν πτόησαν τους Χριστιανούς, αλλά αντίθετα τους ενδυνάμωσαν, δίνοντας περαιτέρω τη δυνατότητα να γαλβανωθεί η πίστη και να καρποφορήσει μέσω των ποταμών αίματος που την άρδευσαν. Παρόλο που οι ιστορικές πληροφορίες σχετικά με το θέμα των διωγμών δεν είναι γενικά άφθονες, εντούτοις γνωρίζουμε ότι στη Θεσσαλονίκη μαρτύρησαν οι: Δημήτριος, Νέστωρ, Χιονία, Αγάπη, Ερήνη, Ματρώνα, Αλέξανδρος, Ανυσία, Αγαθόπους διάκονος, Θεόδουλος, Φλωρέντιος, Λούκιος και Πουρίων.
Η μεγάλη χριστιανική παράδοση της Θεσσαλονίκης διαμορφώνεται πλέον σταδιακά με το μαρτύριο κυρίως του αγίου Δημητρίου, που αποτελεί και το σημαντικότερο εκκλησιαστικό γεγονός μετά την επίσκεψη του αποστόλου Παύλου και την ίδρυση της τοπικής Εκκλησίας. Από τη μια πλευρά η αρχοντική του καταγωγή και ο μεγάλος του ζήλος στη χριστιανική πίστη και από την άλλη ο πόθος και η τόλμη του για την μετάδοση των αληθειών του Ευαγγελίου του Χριστού τον έφεραν αντιμέτωπο με τη σκληρή κατά του Χριστιανισμού ρωμαϊκή τακτική. Έτσι, από τις στοές που δίδασκε καταλήγει στη φυλάκιση και στο μαρτύριο (26 Οκτωβρίου 305), όπως και ο νεαρός φίλος του Νέστωρ. Υποστηρίχθηκε και η αστήρικτη και ασυμβίβαστη με τα αγιολογικά και αρχαιολογικά δεδομένα γνώμη ότι ο άγιος Δημήτριος ήταν διάκονος που μαρτύρησε στο Σίρμιο και αργότερα άρχισε να τιμάται και στη Θεσσαλονίκη. Ο σύνδεσμος του αγίου Δημητρίου με τους Θεσσαλονικείς και τη χριστιανική πίστη είναι αδιαμφισβήτητα άρρηκτος αλλά και πρωταρχικός στη μετέπειτα ιστορική πορεία της Εκκλησίας. Η βοήθεια και τα θαύματα του μεγαλομάρτυρα Δημητρίου θα διευρύνουν τα όρια του Χριστιανισμού σ’ όλο τον κόσμο αλλά και θα προσδώσουν στην Εκκλησία της Θεσσαλονίκης σημαντικότατη θέση στους επόμενους αιώνες.
Φαίνεται ακόμη ότι, μέσα στο πλαίσιο των σοβαρών από τα πρώτα βήματα εμποδίων της αγωνιζόμενης Εκκλησίας, ο ρόλος της εσωτερικής και ύπουλης αιμορραγίας, των αιρέσεων, απασχολούσε ή δεν απουσίαζε, θα μπορούσαμε να πούμε, και από την περίοπτη τοπική Εκκλησία της Θεσσαλονίκης. Η υπογραφή των πρακτικών της Α΄ οικουμενικής συνόδου (325) και της Τύρου (335) από τον Θεσσαλονίκης άγιο Αλέξανδρο ή εκείνων της Σαρδικής (343) από τον Θεσσαλονίκης Αέτιο αποδεικνύουν την εξέχουσα θέση του ανάμεσα στους εκπρόσωπους των άλλων ελληνικών Εκκλησιών της Μακεδονίας και της περιοχής του Ανατολικού Ιλλυρικού. Σημαντικό ιστορικό στοιχείο είναι επίσης η συνεργασία του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρου με τον Μ. Αθανάσιο, αλλά και η εισήγηση του Θεσσαλονίκης Αετίου σχετικά με την ανάγκη περιορισμού των κινήσεων των κληρικών άλλων επαρχιών σημειώνοντας ειδικότερα: «ο[υκ [αγνοε~ιτε, ]οποία κα`ι πηλίκη τυγχάνει ]η τ~ων Θεσσαλονικέων μητρόπολις ∙ πολλάκις τοιγαρο~υν ε[ις α[υτ`ην [εξ ]ετέρων [επαρχι~ων πρεσβύτεροι κα`ι διάκονοι παραγίγνονται, κα`ι ο[υκ [αρκούμενοι βραχέος διαγωγ~?η χρόνου, [εναπομένουσιν, ε[ις \απαντα τ`ον χρόνον α[υτόθι ποιο~υντες διατελο~υσι {η μόλις μετ`α πλε~ιστον χρόνον ε[ις τ`ας ]εαυτ~ων [επανιέναι [εκκλησίας [αναγκάζονται». Τα στοιχεία αυτά σκιαγραφούν και αποδεικνύουν τη σημαντική θέση που κατείχε η τοπική Εκκλησία της Θεσσαλονίκης και την επίσημη στάση ή το άμεσο ενδιαφέρον των επισκόπων της στο ζήτημα της αντιμετώπισης των αρειανικών και των άλλων αιρετικών δοξασιών, αλλά και αποτελούν έστω και κάποια απλή ένδειξη της δράσης ίσως των αιρετικών στο χώρο της δικαιοδοσίας του Θεσσαλονίκης. Λαμβανομένου επιπλέον υπόψη του γεγονότος ότι η πολυάνθρωπος και πλούσια Θεσσαλονίκη, η «μήτηρ πάσης Μακεδονίας», ως η σημαντικότερη πόλη της Βαλκανικής, το προπύργιο της ρωμαϊκής κυριαρχίας στις βαρβαρικές επιδρομές (253) και το επίκεντρο της δράσης των ρωμαίων αυτοκρατόρων θα ήταν και σημαντικό σημείο διέλευσης ή παραμονής, για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα, των αιρετικών ή των οπαδών τους, εφόσον είναι γενικά παραδεκτό ότι δεν παρέμεναν σε έναν τόπο, αλλά μετακινούνταν, είτε για την αποφυγή συνεπειών εκ της αιρετικής διδασκαλίας και της στάσης τους έναντι της ορθόδοξης Εκκλησίας, είτε για ανετότερη διάδοση των αιρετικών δοξασιών τους.
Με βάση τα παραπάνω στοιχεία αλλά και κάτω από τις προϋποθέσεις της πολιτικής διοίκησης και διαίρεσης του κράτους, θα πρέπει να θεωρήσουμε και τη μορφή που έλαβε η εκκλησιαστική διοίκηση και οργάνωση της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης στα τέλη του 3ου και στις αρχές του 4ου αι. Οπότε, από το 280 κ.ε., που οι μητροπόλεις Αχαΐας, Θεσσαλίας, Μακεδονίας, Π. και Ν. Ηπείρου με τα νησιά του Ιονίου, της Κρήτης και των βορείων ρωμαϊκών επαρχιών αποτέλεσαν την διοίκηση της Μοισίας, δηλαδή του λεγόμενου Ανατολικού Ιλλυρικού, μπορεί να νοηθεί και κάποια εκκλησιαστική ενότητα των επαρχιών αυτών με πρωτεύοντα σταδιακά ρόλο της μητρόπολης Θεσσαλονίκης, εφόσον και η αποκτηθείσα εκκλησιαστική ελευθερία με το διάταγμα των Μεδιολάνων (313) αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα ευρύτερης διοικητικής ενότητας της Εκκλησίας.
Επομένως η Θεσσαλονίκη την περίοδο αυτή, μαζί με τις άλλες Εκκλησίες του Ελλαδικού χώρου, φαίνεται να αποτελούν αξιόλογη πνευματική δύναμη, λόγω της προαγωγής που λάμβανε ο Χριστιανισμός από τη θρησκευτική πολιτική του Μ. Κωνσταντίνου (306-323, 324-337), πλην όμως η εθνική θρησκεία αποκτούσε και εκείνη δυνατότητες ανασύνταξης των δυνάμεών της, λόγω της εύνοιας που παράλληλα δεχόταν από τη συνετή και ενοποιητική στάση του αυτοκράτορα.

Β΄. ΠΡΩΤΟΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (380/1-732/3)

1. Η επικράτηση της Εκκλησίας και η βαθμιαία εξασθένηση του Εθνισμού στα χρόνια του Μ. Θεοδοσίου.
Η εξέχουσα θέση της Θεσσαλονίκης με την οικονομική ευμάρεια και την ισχυρή θρησκευτικότητα των κατοίκων της συνέθετε το πλαίσιο των προϋποθέσεων που της επέτρεπε και στη συνέχεια να είναι επίκεντρο δράσης των αυτοκρατόρων, προπύργιο αντιμετώπισης των βαρβαρικών επιδρομών, καθώς επίσης και εκκλησιαστικό κέντρο της υπαρχίας του Ανατολικού Ιλλυρικού, εφόσον, κατά την μαρτυρία του Θεοδωρήτου, ήταν «μεγίστη κα`ι πολυάνθρωπος, ε[ις μ`εν τ`ο Μακεδόνων {εθνος τελο~υσα, ]ηγουμένη δ`ε κα`ι Θεσσαλίας κα`ι [ Αχαΐας κα`ι μέντοι κα`ι {αλλων παμπόλλων [εθν~ων, \οσα τ~ων [ Ιλλυρι~ων τ`ον \υπαρχον ]ηγούμενον {εχει».
Τόσο οι επιδρομές των Γότθων νοτίως του Δούναβη, όσο και η διατήρηση της υπόστασης του Εθνισμού αποτελούσαν τα κίνητρα που υπαγόρευσαν στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο (379-395) να καταστήσει τη Θεσσαλονίκη για κάποιο χρονικό διάστημα ορμητήριο των επιχειρήσεων και ενεργειών του. Εδώ κατά πρώτον δέχθηκε σημαντική επίδραση στη θρησκευτική του πολιτική από τον Θεσσαλονίκης Αχόλιο ή Ασχόλιο, ο οποίος διαφύλαττε «[ασάλευτον τ`ην {ανωθεν μ`εν κα`ι [εξ [αρχ~ης [εκ τ~ων [αποστόλων παραδοθε~ισαν πίστιν, [εν δ`ε τ~?η κατ`α Νίκαιαν συνόδ?ω βεβαιωθε~ισαν». Έτσι από τη μια πλευρά η ασθένεια στην οποία είχε περιέλθει ο αυτοκράτορας και από την άλλη η επιβεβαίωση ότι ο επίσκοπος Θεσσαλονίκης διαθέτει ακραιφνές ορθόδοξο φρόνημα συνευδοκούν, κατά τον ιστορικό Σωκράτη, ώστε να εκτελεσθεί η επιθυμία του Θεοδοσίου και να βαπτισθεί χριστιανός από τον Θεσσαλονίκης. Από την Θεσσαλονίκη επίσης στις 28 Φεβρουαρίου του 380 εκδίδει το περίφημο διάταγμα "Edictum Thessalonicae", με το οποίο διακηρύσσεται ως το μόνο αληθινό το δόγμα της Νίκαιας, ενώ καταδικάζονται τα υπόλοιπα ως αιρέσεις. Μέσα στο πλαίσιο ακόμη της επιθυμίας του Θεοδοσίου για στερέωση της Εκκλησίας πρέπει να θεωρηθεί τόσο η σύγκληση της Β΄ οικουμενικής συνόδου στην Κωνσταντινούπολη (381), όσο και η μαρτυρούμενη συμμετοχή σ’ αυτήν του Θεσσαλονίκης Ασχολίου. Από την άλλη η σειρά διαταγμάτων (381, 383, 391) σχετικών με την απαγόρευση της εθνικής λατρείας, τη μετατροπή των χώρων λατρείας ή τον αφανισμό τους, το κλείσιμο των μαντείων κ.ά. καθιστά ουσιαστικά την αποστασία από την Εκκλησία αξιόποινο αδίκημα, που και στη συνέχεια βέβαια έχει ισχύ επί των αυτοκρατόρων Αρκαδίου (395-408), Θεοδοσίου Β΄ Μικρού (408-450) και Μαρκιανού (450-457). Αν όμως ο Εθνισμός προσπαθεί να διατηρήσει ανθηρή την υπόστασή του σ’ όλο τον Ελλαδικό χώρο - μέτρα Ιουλιανού του Παραβάτη (361-363) και προσπάθειες των Νεοπλατωνικών - ο κύριος λόγος υποχώρησης του Εθνισμού είναι ουσιαστικά η αναπόφευκτη και σταδιακά αυξανόμενη παρακμή της ίδιας της εθνικής θρησκείας, ένδειξη της οποίας αποτελεί η αναγκαστική άρση των νόμων του Ιουλιανού από τον Ιοβιανό (363-364) και τον Ουαλεντιανό (364-367).
Με την Θεσσαλονίκη επίσης είναι συνδεμένο, αρνητικά βέβαια, το όνομα του Θεοδοσίου, εξαιτίας της μεγάλης σφαγής - κατά παράδοση 7000 κατοίκων - στον ιπππόδρομο (390), που διέταξε ο ίδιος, κινούμενος από δυσαρέσκεια και αγανάκτηση στην προηγηθείσα στάση με την καταπάτηση δημόσιων κτιρίων, την κατάλυση αρχών και τη δολοφονία πολλών βασιλικών αρχόντων, στρατιωτών της αυτοκρατορικής φρουράς και του διοικητή των στρατιωτικών δυνάμεων Βουτέριχου. Την πράξη του αυτή επιτίμησε ο επίσκοπος Μεδιολάνων Αμβρόσιος και τον εξανάγκασε να ομολογήσει δημόσια το αμάρτημά του, υποβαλλόμενος μάλιστα σε έμπρακτη ταπεινωτική μετάνοια. Είναι αξιοσημείωτο το περιεχόμενο των λόγων του Αμβροσίου προς τον Θεοδόσιο, κατά τον Θεοδώρητο, ενώ προσερχόταν στο ναό: «ποίοις τοίνυν [οφθαλμο~ις {οψει τ`ον το~υ κοινο~υ Δεσπότου νεών; Ποίοις δ`ε ποσ`ι τ`ο δάπεδον [εκε~ινο πατήσεις τ`ο \αγιον; Π~ως δ`ε τ`ας χε~ιρας [εκτενε~ις [αποσταζούσας {ετι το~υ [αδίκου φόνου τ`ο α#ιμα; Π~ως δ`ε τοιαύτης ]υποδέξ?η χερσ`ι το~υ Δεσπότου τ`ο πανάγιον σ~ωμα; Π~ως δ`ε τ~?ω στόματι προσοίσεις τ`ο α#ιμα τ`ο τίμιον, τοσο~υτον δι`α τ`ον το~υ θυμο~υ λόγον [εκχέας παρανόμως α#ιμα; {απιθι τοίνυν …».
Επομένως στο τέλος του 4ου ή και στις αρχές ακόμη του 5ου αι. ο Χριστιανισμός στη Θεσσαλονίκη αλλά και στον Ελλαδικό γενικά χώρο φαίνεται νε έχει επικρατήσει και οι Εκκλησίες να διαθέτουν ισχυρή παρουσία, εφόσον ικανός αριθμός επισκόπων συμμετέχει σε οικουμενικές ή τοπικές της περιόδου συνόδους. Οι επισκοπές από το χώρο της Μακεδονίας: Φιλίππων, Βεροίας, Εδέσσης, Στόβων, Πέλλης, Αμφιπόλεως και Δίου ή Πύδνης εξαρτώνται από την μητρόπολη Θεσσαλονίκης.

2. Το διοικητικό εκκλησιαστικό κέντρο του Ανατολικού Ιλλυρικού
Ο χώρος όμως του Ανατολικού Ιλλυρικού ανήκε αρχικά στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας, γι’ αυτό και η αντίστοιχη εκκλησιαστική εξαρχία (ολόκληρη η χερσόνησος του Αίμου εκτός της Θράκης και της Παννονίας) μέχρι το 395 μ.Χ. φαίνεται συνδεμένη με τη Ρωμαϊκή Εκκλησία. Η επιρροή αυτή του πάπα στις Εκκλησίες της Ελλάδος, που ήταν οριοθετημένες στο πλαίσιο των επαρχιών Αχαΐας, Μακεδονίας, Παλαιάς και Νέας Ηπείρου με τα νησιά του Ιονίου, Θεσσαλίας, Κρήτης και των υπόλοιπων νησιών, μαρτυρείται ιστορικά ήδη από το τέλος του 1ου αι. στην Α΄ επιστολή Κλήμεντα, ενώ η ανταπόκρισή τους στη στήριξη αυτή επιβεβαιώνεται στο τέλος του 2ου αι. στα κείμενα του Διονυσίου Κορίνθου. Επιπλέον διαπιστώνεται ότι καλλιεργήθηκε στη συνέχεια μεταξύ τους ένας στενότερος σύνδεσμος κάτω από την ανάγκη αντιμετώπισης εκκλησιαστικών ζητημάτων, ερίδων ή και αιρετικών ακόμη τάσεων και ιδεών.
Όταν όμως μετά το Θεοδόσιο ο χώρος του Ανατολικού Ιλλυρικού υπήχθη στο Ανατολικό τμήμα του Ρωμαϊκού κράτους, η αντίστοιχη εκκλησιαστική εξαρχία δεν ακολούθησε την πολιτική μεταβολή, αλλά συνέχισε και μετά την οριστική κατά το 395 υπαγωγή να τελεί κάτω από τη δικαιοδοσία της Ρώμης, λόγω ίσως του ότι η δικαιοδοσία του Κωνσταντινουπόλεως στις επαρχίες της Ανατολής βρισκόταν υπό διαμόρφωση. Έτσι, μπροστά από την ασταθή αυτή κατάσταση παρατηρείται βαθμιαία αύξηση της επίδρασης και εποπτείας του αρχιεπισκόπου Ρώμης στο χώρο του Ανατολικού Ιλλυρικού με την ανάθεση στο μητροπολίτη Θεσσαλονίκης εξαρχικών δικαιωμάτων και τη στήριξη της Ρωμαϊκής Εκκλησίας.
Οι πάπες της Ρώμης Δάμασος Α΄(366-384), Σιρίκιος (384-398) και Αναστάσιος Α΄(399-402), επειδή η μητρόπολη Θεσσαλονίκης είχε επιβλητικό κύρος και ο μητροπολίτης εξέχουσα θέση στο χώρο του Ανατολικού Ιλλυρικού, προσπαθούσαν να επιβληθούν στην ενιαία αυτή εκκλησιαστική περιοχή, αναθέτοντας στον Θεσσαλονίκης το δικαίωμα του ελέγχου των χειροτονιών των επισκόπων, της σύγκλησης των συνόδων της εξαρχίας και της διευθέτησης προβλημάτων. Μετά όμως το 395, οπότε αρχίζει να αμφισβητείται η δικαιοδοσία των παπών, καταγράφεται στην εκκλησιαστική ιστορία η εργώδης αγωνία και οι επίμονες ενέργειές τους για τη διατήρηση και επαύξηση των εκκλησιαστικών προνομίων του Θεσσαλονίκης. Έτσι από τον Ιννοκέντιο Α΄(402-417) και τους μετέπειτα πάπες μπαίνει σε εφαρμογή ένα έμμεσο απολυταρχικό διοικητικό καθεστώς, η ίδρυση βικαριάτου, σύμφωνα με το οποίο ο Θεσσαλονίκης καθίσταται ελεγκτής των πάντων και οι αντίστοιχες ενέργειές του επικυρώνονται από τον πάπα. Η Ρωμαϊκή Εκκλησία λοιπόν με τα δικαιώματα του εκκλήτου, της επικύρωσης των αποφάσεων των τοπικών συνόδων και της παραχώρησης του τίτλου του βικαρίου στον εκάστοτε Θεσσαλονίκης, αποκτά πλέον μόνιμο εκπρόσωπο στο Ανατολικό Ιλλυρικό, ο οποίος επικυρώνει τις αλλαγές των επισκόπων και την κατάστασή τους, προεδρεύει στις τοπικές συνόδους της περιοχής και επιλύει τις διάφορες κατά καιρούς δύσκολες περιπτώσεις που προκύπτουν ανάμεσα στους επισκόπους.
Από το σημείο αυτό γεγονότα που αφορούν τις σχέσεις των Εκκλησιών Ρώμης και Κωνσταντινούπολης, όπως τα σχετικά με το Ακακιανό σχίσμα (484-519), μπορούν να δώσουν μια γενική εικόνα της ανώμαλης εκκλησιαστικής κατάστασης στην περιοχή, αλλά και να δείξουν την ευμετάβολη φύση των πραγμάτων, που γίνονται αφορμή για εντονότερες και επεισοδιακές επεμβάσεις. Σημαντικές επίσης μαρτυρίες για τον τρόπο με τον οποίο ασκούσε την εποπτεία ο αρχιεπίσκοπος Ρώμης στις εκκλησιαστικές επαρχίες του Ανατολικού Ιλλυρικού μπορούν να αντληθούν από τα πρακτικά των ΣΤ΄ (680) και Πενθέκτης (691/2) οικουμενικών συνόδων, όπου με τον τίτλο του «βικαρίου ή ληγάτου της πρεσβυτέρας Ρώμης» αναφέρεται ο Θεσσαλονίκης αλλά και άλλοι μητροπολίτες και επίσκοποι.
Η διοικητική διάρθρωση του Ανατολικού Ιλλυρικού την περίοδο αυτή με τις δεκατρείς επαρχίες (κατά τον Συνέκδημο Ιεροκλέους 527/528) φαίνεται να αποτελεί και τη βάση της εκκλησιαστικής διάρθρωσης των δώδεκα εκκλησιαστικών ή μητροπολιτικών περιφερειών. Στις επτά ελληνικές μητροπόλεις (Θεσσαλονίκης, Λαρίσης, Κορίνθου, Νικοπόλεως, Δυρραχίου, Κρήτης και των νήσων του Αρχιπελάγους) και στις υπόλοιπες (Σκόδρας, Σκοπίων, Βιμινακίου, Σαρδικής και Άκυων), εντάσσονταν οι αντιστοιχούσες σ’ αυτές επισκοπές, που συγκροτούσαν τις επαρχιακές συνόδους, διατηρώντας έτσι την απαιτούμενη εκκλησιαστική συνοχή ή αντιμετωπίζοντας ζητήματα σχετικά με τη διοίκηση και την εκκλησιαστική διαποίμανσή τους. Από τον 5ο και μέχρι τον 8ο αι. η εξέχουσα διοικητική θέση του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης στο χώρο του Ανατολικού Ιλλυρικού έχει καθοριστική σημασία, αφενός για τα της άμεσης εποπτείας ζητήματα των επισκοπών της δικαιοδοσίας του (Σερρών, Ηρακλείας, Φιλίππων, Δοβήρου, Στόβων, Πέλλης, Παρθηκουπόλεως, Βαργάλων, Βεροίας, Θάσου, Κασσανδρείας κ.ά.) και αφετέρου σχετικά με την ευρύτερη εκκλησιαστική διοικητική ενότητα όλων των μητροπολιτικών περιφερειών του Ιλλυρικού. Πρέπει να σημειωθεί ότι, λόγω των από βορρά κατά της αυτοκρατορίας βαρβαρικών επιδρομών, η ισχυρή Θεσσαλονίκη δέχεται μεγάλο αριθμό προσφύγων, πλην όμως οι επελθούσες καταστροφές επηρεάζουν αναπόφευκτα και το ζήτημα της διατήρησης κάποιων επισκοπών.
Δεδομένου, όμως, του ότι η φυσική θέση του Ανατολικού Ιλλυρικού, όχι μόνο διοικητικά αλλά εθνολογικά και πολιτιστικά ήταν στο Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος, ήταν επόμενο και αναμενόταν η ευκαιρία της μεταβολής, σύμφωνα και με την αρχή ότι τα εκκλησιαστικά όρια έπρεπε να συμπίπτουν με εκείνα της πολιτικής διοίκησης των επαρχιών. Από την άλλη, η αντίδραση των άλλων μητροπολιτών και επισκόπων που δεν αναγνώριζαν το μητροπολίτη Θεσσαλονίκης ως αντιπρόσωπο του πάπα, καθώς και οι αβαροσλαβικές επιδρομές την περίοδο αυτή δημιούργησαν την ανάγκη του τερματισμού του βικαριάτου στο Ανατολικό Ιλλυρικό. Έτσι η αφορμή δόθηκε με την εικονομαχική κίνηση που αναπτύχθηκε τον 8ο αιώνα και συγκεκριμένα όταν ο Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος απαίτησε την κατάργηση των εικόνων. Ο πάπας Γρηγόριος Γ΄ συγκάλεσε σύνοδο στη Ρώμη καταδικάζοντας τις εικονομαχικές αποφάσεις και ο αυτοκράτορας απέσπασε από την επιρροή της Ρωμαϊκής Εκκλησίας τις εκκλησιαστικές επαρχίες του Ιλλυρικού, υπάγοντάς τις και εκκλησιαστικά στον πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης, για να αρχίσει πλέον μία νέα εκκλησιαστική κατάσταση των επαρχιών του Ανατολικού Ιλλυρικού. Ωστόσο η επικύρωση της νέας αυτής εκκλησιαστικής κατάστασης θα γίνει επί Φωτίου (877) και η αναγραφή του γεγονότος στον κώδικα των «Βασιλικών» θα ακολουθήσει το 884.
Βέβαια η μητρόπολη Θεσσαλονίκης είχε κρατήσει μέχρι του σημείου αυτού περίοπτη εκκλησιαστική θέση, εφόσον αποτέλεσε το διοικητικό εκκλησιαστικό κέντρο του Ανατολικού Ιλλυρικού, απολαμβάνοντας επιβλητικό κύρος μεταξύ των άλλων μητροπόλεων του Ελλαδικού χώρου, ενώ είχε συμβάλλει σε μια περίοδο εξαιρετικά δύσκολη, αφενός στην απόκρουση των επιδρομών των βαρβάρων και ιδιαίτερα των Σλάβων και αφετέρου στη διαφύλαξη της πνευματικής δυναμικότητας και της εθνολογικής ενότητας της χριστιανικής πλέον Ελλάδος. Από τη συλλογή αγιολογικών κειμένων του 7ου αι. «Θαύματα του αγίου Δημητρίου» αντλούνται σημαντικά στοιχεία, τόσο για το μέγεθος των κινδύνων, όσο και για τη θαυματουργική επέμβαση και καθοδήγηση του αγίου.

Γ΄. ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΧΡΟΝΩΝ (732/3-1204)

1. Η νέα εκκλησιαστική διοργάνωση και η πολιτιστική επίδραση της Θεσσαλονίκης στους Σλάβους
Τα επακολουθήσαντα γεγονότα με τις συνεχείς διαμαρτυρίες και τις επίμονες ενέργειες των παπών κατά το υπόλοιπο του 8ου και κατά τον 9ο αιώνα δεν μπόρεσαν να μεταβάλλουν την εκκλησιαστική κατάσταση αυτή. Η απάντηση του Φωτίου προς τον πάπα Νικόλαο Α΄ ότι «τα εκκλησιαστικά και μάλιστά γε τα περί των ενοριών δίκαια ταις πολιτικαίς επικρατείαις τε και διοικήσεσι συμμεταβάλλεσθαι είωθεν», αλλά και εκείνη προς τον πάπα Ιωάννη Η΄ ότι «το`υς θρόνους, ο|υς [επιζητε~ι σου, ]η ]αγιωσύνη, τ~?η τ~ης βασιλικ~ης [ Ανατολ~ης συμπεριέχονται [αρχ~?η», αιτιολογεί την απόφαση για την μετέπειτα πορεία και μορφή της εκκλησιαστικής διοικητικής οργάνωσης. Έτσι στις εκκλησιαστικές επαρχίες του Ανατολικού Ιλλυρικού, με την κατάργηση της εξαρχίας και την υπαγωγή των εκκλησιαστικών επαρχιών αυτών στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επικρατεί νέα πλέον εκκλησιαστική οργάνωση.
Η μητρόπολη Θεσσαλονίκης εξισώνεται με τις άλλες μητροπόλεις, λαμβάνοντας μάλιστα τη 16η θέση στο συνταγμάτιο των μητροπόλεων και επισκοπών του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η νέα αυτή εκκλησιαστική οργάνωση βασίστηκε στο σύστημα της πολιτικής διαίρεσης των θεμάτων, που από τα χρόνια του Ιουστινιανού εφαρμόστηκε, κυρίως για το συντονισμό της αχανούς αυτοκρατορίας και την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των επιδρομέων. Η ίδρυση του θέματος της Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με πληροφορίες από τις πηγές, τοποθετείται αργότερα, ίσως την περίοδο από 796 μέχρι 828. Έτσι η Θεσσαλονίκη δεν αποτελεί πλέον την εκκλησιαστική πρωτεύουσα του Ιλλυρικού, αλλά εντάσσεται στην κοινή και φυσική πορεία της γλωσσικής, εθνολογικής και διοικητικής ευθύνης του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στη δικαιοδοσία του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κατά τον 9ο και 10ο αι. ανήκουν οι επισκοπές: Κίτρους, Βεροίας, Καμπανίας, Πέτρας, Δρουγουβιτίας, Σερβίων, Κασσανδρείας, Αρδαμέρεως, Ιερισσού, Βαρδαριωτών, Λιτής και Ρεντίνης. Και πάλι όμως η αναταραχή που συνέβη με τους βουλγαρικούς πολέμους είχε ως συνέπεια την απόσπαση των επισκοπών Βεροίας και Σερβίων και την προσάρτησή τους στην αρχιεπισκοπή Αχρίδος, ενώ όταν οι περιοχές αυτές ανακτήθηκαν από το Βασίλειο Β΄(1011) αποτέλεσαν ιδιαίτερα θέματα και αυτοτελείς εκκλησιαστικές επαρχίες. Μέσα στο πλαίσιο αυτό ασφαλώς θα ίσχυε και ο θεσμός της επαρχιακής συνόδου με την προεδρεία του Θεσσαλονίκης, εφόσον η παρουσία του σλαβικού στοιχείου, κυρίως τον 9ο αι., δημιουργούσε την ανάγκη ιεραποστολικής από κοινού δράσης, αλλά και εφόσον η Θεσσαλονίκη διέθετε πολιτιστική και πνευματική δυναμικότητα στο χώρο της Μακεδονίας και σ’ εκείνο των βορειότερων ακόμη περιοχών της Βαλκανικής.
Αν οι κατά την προηγούμενη περίοδο αβαροσλαβικές επιδρομές, με τις πολιορκίες της Θεσσαλονίκης (597, 604-610, 615 και 618) και τις απόπειρες κατάληψής της (675-676, 677) είχαν αποτύχει και αν ο σεισμός του 620 και η πυρκαϊά της βασιλικής του αγίου Δημητρίου είχαν επιδεινώσει την κατάσταση, από το τέλος του 7ου αι. ακολούθησε περίοδος ειρηνική, εφόσον τα σλαβικά φύλα αναγκάστηκαν να ζητήσουν ειρήνη και βρισκόταν πλέον εγκατεστημένα στο χώρο της Μακεδονίας, αλλά και στη Θεσσαλία και σε άλλους ελληνικούς τόπους, ενώ μεγάλος αριθμός τους είχε μεταφερθεί στη Βιθυνία της Μ. Ασίας.
Έτσι ο 8ος και ο 9ος αι. αποτελεί για τη Θεσσαλονίκη σημαντική περίοδο πολιτιστικής προσφοράς και ακτινοβολίας, καθώς και επίδοσης στα γράμματα και τις τέχνες. Ο Θεσσαλονικέας Ιωάννης Καμινιάτης σημειώνει: «Κα`ι ε@ιδες {αν περ`ι μηδ`εν {άλλο τ`ην νεάζουσαν τ~ων παίδων κήραν σχολάζουσαν {η περ`ι λόγους, [εξ #ων [επιστ~ημαι κα`ι τέχναι τ`ο κράτος {εχουσι. Τ`α δ`ε περ`ι τ~ης ]αρμονίου μουσικ~ης τ~ων [ασμάτων, {η τ~ων [?αδόντων τ`α ψυχοτερπ~η μέλη κα`ι τ~ων τ~?ω Θε~?ω κεκληρωμένων σπουδάσματα [επ`ι τ~?ω λόγ?ω σημάτων».
Η επικοινωνία των βυζαντινών κατοίκων με τους σλαβικούς πληθυσμούς (Δρογουβίτες και Σαγουδάτες), που είχε τη μορφή των «αμφίμεικτων» χωριών, κυρίως στην περιοχή μεταξύ Θεσσαλονίκης και Βέροιας, αποτελούσε γεγονός, που αποδείκνυε την κοινή τους ζωή με «θαυμασίαν τιν`α κα`ι βαθείαν ε[ιρήνην [εν ]εαυτο~ις».
Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον του 9ου αι. επιτελέσθηκε η ακτινοβολία του ελληνικού και χριστιανικού πολιτισμού σ’ αυτούς αλλά και ευρύτερα στις βορειότερες χώρες της Βαλκανικής. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις οι αδελφοί Κωνσταντίνος (Κύριλλος) και Μεθόδιος, γιοί του δρουγγάριου του στρατηγού της Θεσσαλονίκης Λέοντα, κατόρθωσαν να μάθουν τα σλαβικά γλωσσικά ιδιώματα, να κάνουν σπουδές στην Κωνσταντινούπολη και να διαδώσουν κατόπιν το Χριστιανισμό και το βυζαντινό πολιτισμό στους Σλάβους των Βαλκανίων. Έτσι η ακτινοβολία του ελληνικού και χριστιανικού πολιτισμού προσλαμβάνει τεράστια δύναμη και προοπτική, μέσα από το θαυμαστό έργο των δύο αυτών Θεσσαλονικέων αδελφών, στη δημιουργία της σλαβικής γλώσσας και λογοτεχνίας, ενώ η μεγάλη ευγνωμοσύνη των σλαβικών λαών κατευθύνεται αντίθετα πλέον από το 19ο αι. στην προσπάθεια προπαγανδισμού της σλαβικής καταγωγής των δύο Ελλήνων ιεραποστόλων.

2. Οι δοκιμασίες από τις επιδρομές των Σαρακηνών, Βουλγάρων και Νορμανδών και η πνευματική δυναμικότητα της χριστιανικής πίστης
Η ειρηνική αυτή περίοδος, που βιώνεται μέσα στο πλαίσιο μιας δυναμικής πνευματικής παρουσίας της Εκκλησίας στη Θεσσαλονίκη, διαταράσσεται στους επόμενους αιώνες, όχι μόνο από τους Σαρακηνούς πειρατές (904) και τους Βολυλγαρους (976-1040/41) αλλά και από τις επιδρομές ακόμη των Νορμανδών της Κ. Ιταλίας (11ος και 12ος αι.).
Από τη μια πλευρά η τόλμη και η ταχύτητα δράσης των Αράβων πειρατών της Μεσογείου και από την άλλη οι αναποτελεσματικές προσπάθειες των βυζαντινών για αντιμετώπιση και καταστολή τους έφεραν και τη Θεσσαλονίκη μπροστά στον κίνδυνο της άλωσης, της λεηλασίας, της αιχμαλωσίας και της καταστροφής. Όλα εκείνα τα στοιχεία που αποδεικνύουν το μέγεθος της δοκιμασίας που βιώνει η Θεσσαλονίκη από τους Σαρακηνούς, καταγράφονται στην ιστορία, αφού συνδεθούν όμως αντίστοιχα και με τη δύναμη εκείνη που διαθέτει για άμεση αντιμετώπισή τους, για επανόρθωση και αναγέννηση.
Ωστόσο οι επεκτατικές τάσεις των Βουλγάρων, μετά την ίδρυση του κράτους τους στις όχθες του κάτω Δούναβη (β΄ μισό του 7ου αι.), καθώς και ο στόχος της κατάκτησης των βυζαντινών περιοχών, δεν αφήνουν σε ειρηνική κατάσταση και πάλι τη Θεσσαλονίκη. Κατά το χρονικό διάστημα του τσάρου Σαμουήλ (976-1014) αλλά και αργότερα του εγγονού του Δελεάνου (1040/41) η Θεσσαλονίκη γίνεται η βάση αντιμετώπισής τους. Ο βυζαντινός χρονογράφος Γ. Κεδρηνός καταγράφει τη σημασία και τη δύναμη της πίστης των χριστιανών, αφού διασώζει μαρτυρίες Βούλγαρων αιχμαλώτων που με όρκους βεβαίωναν την παρουσία του αγίου Δημητρίου, ενός νέου καβαλάρη, που τους εξακόντιζε φωτιές, ανοίγοντας το δρόμο στους Έλληνες. Έτσι, για μια ακόμη φορά η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης, με ζωντανή τη χριστιανική πνευματικότητα, συμβάλλει στη λύτρωση της περιοχής από τον βουλγαρικό επεκτατισμό, διασφαλίζοντας και τη συνέχεια της ιστορικής της πορείας.
Η στρατηγική θέση βέβαια της Θεσσαλονίκης δεν είχε μόνο αξία για τους βυζαντινούς, αλλά αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία και σ’ εκείνους που υπέβλεπαν την αυτοκρατορία, είχαν συνειδητοποιήσει ότι έχανε τη δύναμή της και αξιολογούσαν τις δυνατότητες που διέθετε σχετικά με την κατάλυση του Βυζαντίου αλλά και την εξάπλωση στο χώρο των Βαλκανίων. Σ’ αυτή την προοπτική εντάσσονται από πλευράς ιστορικής και οι νέες από τη Δύση ερχόμενες επιδρομές των Νορμανδών εναντίον της (1185). Αν όμως από την πλευρά της πολιτικής διοίκησης δεν υπήρχαν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για αποτελεσματική αντιμετώπιση των κινδύνων με την αμελή και αδιάφορη στάση του ανίκανου βυζαντινού διοικητή της περιοχής Δαβίδ Κομνηνού, κατά τον σύγχρονο βυζαντινό ιστορικό Νικήτα Χωνιάτη, αν και στάθηκαν αναπόφευκτα τα γεγονότα της άλωσης, των διαρπαγών, της ασέβειας στα ιερά και τα εκκλησιαστικά πρόσωπα, των βεβηλώσεων στον τάφο του αγίου Δημητρίου και στις εκκλησίες της πόλης, εκείνο που επικράτησε στη δοκιμασία αυτή ήταν και πάλι η υψηλή πνευματικότητα του εκκλησιαστικού σώματος της Θεσσαλονίκης. Ο αρχιεπίσκοπος Ευστάθιος εκτός από το ότι ψέγει και δημόσια καταγγέλλει το βυζαντινό διοικητή, συμβάλλει με το λόγο και την πνευματικότητά του στην ενότητα των χριστιανών, καλλιεργώντας τη φιλοπατρία, την ομοψυχία και τη μαχητικότητα του λαού κατά των κατακτητών. Ο ίδιος σημειώνει για τους Θεσσαλονικείς: «@ησαν γ`αρ [αληθ~ως θυμο~υ το~υ ]υπ`ερ πατρίδος [ακρατε~ις, {ανδρες κατορθωμάτων, [ανδρείας γέμοντες, [αλκ`ην πνέοντες, πεπλασμένοι πρ`ος ]ρωμαλεότητα, διψ~ωντες μάχην, κατ`α βαρβαρικ~ων σαρκ~ων πειν~ωντες, φ~αναι τ`ο π~αν, [αρειμάνιοι …». Ετσι, μέσα στο πλαίσιο των υπεράνθρωπων αγώνων των Θεσσαλονικέων, παρά και την ηθική κρίση που είχε υπάρξει, η πολεμική αυτή περιπέτεια είχε αίσιο τέλος, αφού ηττώνται οι Νορμανδοί στο Στρυμόνα και τελικά υποχωρούν.
Πρωταρχικό κριτήριο στο θέμα της αντιμετώπισης των δοκιμασιών από τις επιδρομές των εχθρών, πρέπει να σημειωθεί, αποτελεί η πνευματική ακμή που διέθετε η Θεσσαλονίκη την περίοδο αυτή, μέσα κυρίως από την παρουσία και τη σημαντική δράση αξιόλογων εκκλησιαστικών προσώπων. Οι μητροπολίτες Θεσσαλονίκης Ιωσήφ ο Στουδίτης ο υμνογράφος, Βασίλειος ο Ομολογητής πρώην αρχιεπίσκοπος Κρήτης, του οποίου τα οστά βρέθηκαν το 1980 στο ναό της Αγίας Σοφίας και Λέων ο Μαθηματικός πρώτος πρύτανης του επανιδρυθέντος κατά τον 8ο αι. Πανεπιστημίου της Μαγναύρας, ο κατά τον 10ο αι. κληρικός και ιστορικός Ιωάννης Καμινιάτης και ο μητροπολίτης Ευστάθιος, περίφημος λόγιος, σχολιαστής των έργων του Ομήρου, του Πινδάρου και του Διονυσίου του Περιηγητή, αποτελούν αδιαμφισβήτητα δείγματα της πνευματικής δυναμικότητας της Εκκλησίας Θεσσαλονίκης τη χρονική περίοδο των κυρίως βυζαντινών χρόνων.
Ενδεικτικό ακόμη της ακμής της πόλης ήταν οι μέσα σε κατανυκτική ατμόσφαιρα και εκκλησιαστική μεγαλοπρέπεια τελετές προς τιμήν του αγίου Δημητρίου, η καθιέρωση των «Δημητρίων», που γίνονταν από τα χρόνια αυτά κάθε Οκτώβριο προς τιμήν του πολιούχου της Θεσσαλονίκης, καθώς και η λειτουργία μεγάλης εμποροπανήγυρης στην πεδιάδα του Αξιού, δυτικά της πόλης, στην οποία συμμετείχαν έμποροι από όλα τα μέρη της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ακόμα και από την Ιταλία, την Αίγυπτο, την Ισπανία, τη Φοινίκη και τον Εύξεινο Πόντο.

Δ. ΥΣΤΕΡΟΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1204-1430)

1. Το φραγκικό βασίλειο (1204-1224) και οι Έλληνες ηγεμόνες (1224-1246)
Οι πολιτικές ανατροπές στην Ανατολή με τις Σταυροφορίες (Α΄1095-1099, Β΄1147-1149, Γ΄1189-1193 και Δ΄1202-1204), που ξεκίνησαν στο τέλος του 11ου αιώνα με στόχο την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων από τους μουσουλμάνους, κυρίως όμως εξαιτίας της ανάγκης διεξόδου από την αφόρητη φεουδαρχία του ευρωπαϊκού χώρου και έληξαν με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (13/4/1204), καθόρισαν αναπόφευκτα και την ιστορική πορεία του αντίστοιχου εκκλησιαστικού χώρου. Η επελθούσα κατάσταση αυτή πρέπει ακόμη να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα της εξασθένησης της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Έτσι, δεινή επέρχεται η θέση της ορθόδοξης Εκκλησίας, εφόσον, εκτός από την κατάργηση των πατριαρχείων Κωνσταντινουπόλεως, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων και της αρχιεπισκοπής Κύπρου, την ίδρυση λατινικής αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη, την εγκαθίδρυση λατίνου πατριάρχη (Θωμά Μοροζίνη) με 68 αρχιεπισκοπές και επισκοπές, η κρίση επεκτείνεται και στον εκκλησιαστικό χώρο της Ελλάδας, με την ίδρυση του φραγκικού βασιλείου της Θεσσαλονίκης, του δουκάτου των Αθηνών, του πριγκιπάτου της Αχαΐας και των βενετικών κτήσεων της Κρήτης, των Κυκλάδων και κάποιων από τα Επτάνησα.
Η Θεσσαλονίκη γίνεται πρωτεύουσα του φραγκικού βασιλείου, που ιδρύει ο Βονιφάτιος ο Μομφερατικός και αναγκαστικά δέχεται τη φραγκική οργάνωση με την εγκατάσταση λατίνου αρχιεπισκόπου, που πήρε στην κατοχή του τους δύο ναούς της πόλης (Αγία Σοφία και Άγιο Δημήτριο) για τις θρησκευτικές ανάγκες των Φράγκων. Ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ επικυρώνει (1212) τα όρια της μητρόπολης Θεσσαλονίκης μέχρι τα Σέρβια, με τις επισκοπές: Κίτρους, Βεροίας, Καμπανίας, Βαρδαρίου, Σερβίων, Πέτρας, Πλαταμώνος, Αρδαμερίου, Κασσανδρείας, Ιερισσού και Λαγκαδά. Τώρα επανεμφανίζεται και ο κίνδυνος των Βουλγάρων με τον τσάρο Ιωαννίτση, «Σκυλογιάννη» κατά την επονομασία των ελληνικών πληθυσμών, που νικάει τους Φράγκους, αλλά η προστασία και πάλι του αγίου Δημητρίου αποσοβεί τον κίνδυνο, ενώ ο Ιωαννίτσης δολοφονείται από κάποιο στρατηγό του. Την περίοδο αυτή των Φράγκων ηγεμόνων (1204-1224) φυγαδεύονται από τη Θεσσαλονίκη στην Ιταλία, ίσως από το λατίνο επίσκοπο Varinus και τα άγια λείψανα του αγίου Δημητρίου, για να εντοπισθούν από τη βυζαντινολόγο Μαρία Θεοχάρη στο αββαείο του San Lorenzo in Cammpo και να επανέλθουν στη Θεσσαλονίκη (1979).
Αν, μπροστά από το πρωταρχικό ζήτημα της εκκλησιαστικής ενότητας των ορθοδόξων ως καθοριστική βάση της πορείας του Ελληνισμού, αιτιολογούνται οι ενέργειες διατήρησης των βυζαντινών επαρχιών Τραπεζούντας, Νίκαιας, Ηπείρου και αργότερα του Μυστρά κάτω από Έλληνες ηγεμόνες, η Θεσσαλονίκη σ’ αυτή την ιστορική φάση βρίσκεται στη δύσκολη θέση να γίνεται κέντρο για τη διάσπαση του Ελληνισμού, αφού ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας (1215-1230), κυρίεψε το μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Ελλάδας, έδιωξε τους Φράγκους από τη Θεσσαλονίκη και εγκαταστάθηκε σ’ αυτήν. Κάτω από τη φιλοδοξία του να χρισθεί «αυτοκράτορας των Ρωμαίων», μετά την άρνηση του Θεσσαλονίκης, από τον Αχρίδος Δημήτριο Χωματιανό, κατόπιν ήττας του από τον ηγεμόνα της Βουλγαρίας Ιωάννη Ασάν Β΄ στην πεδιάδα της Κλοκοτνίτσας, κοντά στον Έβρο, ο οποίος και τον τύφλωσε, αλλά και μέσα από τις περιπέτειες των διαδόχων του ελλήνων ηγεμόνων, Μανουήλ (1230-1237), Ιωάννη (1237-1244) και Δημητρίου (1244-1246), καταλύεται τελικά το ομώνυμο δεσποτάτο και ενσωματώνεται πάλι, μαζί με τη Μακεδονία, στην αυτοκρατορία της Νίκαιας (1246), επί του αυτοκράτορα Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη. Έτσι, οι επίσκοποι του δεσποτάτου της Ηπείρου αναγνώρισαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ορίστηκε έξαρχος στις περιοχές του δεσποτάτου. Στα χρόνια του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1259-1282) η μητρόπολη Θεσσαλονίκης εξακολουθεί να κατέχει τη 16η θέση μεταξύ των επαρχιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τις επισκοπές: Κίτρους, Βεροίας, Δουργουβιτίας, Σερβίων, Κασσανδρείας, Καμπανίας, Πέτρας, Ερκούλων, Ιερισσού, Λιτής και Βαρδαριωτών. Αυτήν την περίοδο φαίνεται ότι επικράτησε και η προσφώνηση για το μητροπολίτη Θεσσαλονίκης «παναγιότατος», η οποία είχε βέβαια χρησιμοποιηθεί και λίγο πριν τη φραγκική κατάκτηση (1204) για το μητροπολίτη Κωνσταντίνο Μεσοποταμίτη.

2. Η παρά τις δοκιμασίες σημαντική πνευματική αναγέννηση στο 14ο αιώνα
Τον 14ο αι. η Θεσσαλονίκη ως συμβασιλεύουσα δοκιμάστηκε από αντιπαλότητες, εσωτερικές διαμάχες και πολεμικά γεγονότα. Η κοινωνική εξαθλίωση του λαού, εξαιτίας, από τη μια πλευρά της άνετης ζωής των ευγενών και πλουσίων και από την άλλη της δυστυχίας του απλού λαού, με την εκμετάλλευση και βάναυση μεταχείριση των πτωχών, την πείνα, τις ασθένειες και τη βαριά φορολογία, επιδεινώνεται με την πάροδο του χρόνου και ιδιαίτερα από τα μέσα του αιώνα. Παράλληλα η αναστάτωση του βυζαντινού κράτους από τον ανταγωνισμό και τους εμφύλιους πολέμους των αυτοκρατόρων, με βάση κυρίως τη Θεσσαλονίκη (όπως μεταξύ Ανδρόνικου Β΄ και Γ΄ και Αλεξίου Απόκαυκου και Ιωάννη Καντακουζηνού), ωθεί τα πράγματα σε απροχώρητο σημείο. Η αντιπαλότητα, η φιλοδοξία, η ιδιοτέλεια και οι έριδες διχάζουν και καλλιεργούν κλίμα εναντιότητας και διχασμού. Σ’ αυτήν την κατάσταση λαμβάνει χώρα η επανάσταση των Ζηλωτών (1342-1349), την οποία υποστηρίζει ο λαός, για να απαλλαγεί από τις συμφορές. Αν και οι συγγραφείς διασώζουν πληροφορίες που περιγράφουν τα εγκλήματα και τις βιαιοπραγίες των Ζηλωτών σε βάρος των πλουσίων και τη δήμευση των εκκλησιαστικών και μοναστικών κτημάτων, ωστόσο φαίνεται ότι με την επικράτησή τους προσπαθούν να εκτελέσουν το μεταρρυθμιστικό τους πρόγραμμα προς ωφέλεια του λαού. Η αντεπανάσταση που οργανώνεται στη Θεσσαλονίκη ανατρέπει τους Ζηλωτές (1349), αφήνοντας έντονα την αίσθηση της ανάγκης για κοινωνικές αλλαγές.
Μολονότι βέβαια το εκκλησιαστικό πλήρωμα της Θεσσαλονίκης δοκιμάστηκε από τη φραγκική κατάκτηση, αλλά και από τις συνέπειες της κοινωνικής αναταραχής στο 14ο αι., έζησε και μια σημαντική πνευματική αναγέννηση. Σημαντικότατο ιστορικό γεγονός της εποχής αποτελεί το ζήτημα του ησυχασμού, που ξεκίνησε από το Άγιον Όρος μέσα από την αυστηρή ασκητική ζωή των μοναχών, τη νοερά προσευχή και τους καρπούς της Χάρης του Θεού που δεχόταν ως άκτιστο φως και δείγμα πρόγευσης της μελλοντικής αιώνιας ευτυχίας στη Βασιλεία του Θεού από την παρούσα ζωή. Κύριος εκπρόσωπος του ησυχασμού αναδείχθηκε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, που έγινε και μητροπολίτης Θεσσαλονίκης το 1347. Οι βαθύτατες αυτές θεολογικές ιδέες και η πρακτική των ησυχαστών εύκολα διαδόθηκαν και στη Θεσσαλονίκη, όπου τις πληροφορήθηκε και τις ειρωνεύθηκε, μη κατανοώντας το βάθος τους, ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός, μοναχός από τη Ν. Ιταλία και καθηγητής της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης αλλά και άλλοι αντιησυχαστές, όπως ο Δημήτριος και ο Πρόχορος Κυδώνης. Όλα τα γεγονότα που διαγράφουν τις τεράστιες διαστάσεις της θεολογικής αυτής κρίσης με τη σύγκληση συνόδων (1341, 1345, 1347, 1351), τα σχετικά συγγράμματα και τον πολυμέτωπο αγώνα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αποδεικνύουν ιστορικά με κάθε εμφάνεια την ύπαρξη κυρίως των μεγάλων αντιθέσεων του πνεύματος της Ανατολής με εκείνο της Δύσης. Επιπλέον η Θεσσαλονίκη την περίοδο αυτή αναδεικνύεται σε εστία καλλιέργειας των ελληνικών σπουδών με πλήθος λογίων και εκπροσώπων της τέχνης (ζωγραφικής, αρχιτεκτονικής, καλλιγραφίας, μικρογραφίας, κεντητικής κ.ά) αλλά και με σημαντικά μνημεία που κοσμούν τον εκκλησιαστικό χώρο της Θεσσαλονίκης (ναοί: Ταξιαρχών, Αγίου Νικολάου Ορφανού, καθολικού της μονής Βλατάδων, Σωτήρος, Αγίων Αποστόλων). Εκτός από το Γρηγόριο Παλαμά, πρέπει να αναφερθούν και άλλα σημαντικά ονόματα λογίων, όπως ο πατριάρχης Φιλόθεος Κόκκινος, στου οποίου τα συγγράμματα συγκαταλέγεται και ο βίος ευσεβών μοναχών και κληρικών που λάμπρυναν με την αγιότητα και τη λογιοσύνη τους αυτή την εποχή τη Θεσσαλονίκη όπως ο Νείλος Καβάσιλας, ο Νικόλαος Καβάσιλας, ο μοναχός Σάββας ο Νέος, ο αρχαιομαθής Θωμάς Μάγιστρος, ο κανονολόγος Ματθαίος Βλάσταρης, ο νομικός Κωνστ. Αρμενόπουλος, ο Νικηφόρος Χούμνος κ. ά.
Παρά τις δύσκολες όμως περιστάσεις που βρισκόταν γενικά ο χώρος της ορθόδοξης Ανατολής, διασωζόταν ωστόσο η πολύτιμη ενότητα του Ελληνισμού μέσα στην ιστορική πορεία και την πνευματικότητα της ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο πνευματικός βίος του ορθόδοξου Ελληνισμού συνέχιζε να διαγράφεται στα σημαντικά και σπουδαία κέντρα της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη. Από τις αρχές του αιώνα και συγκεκριμένα με τις μεταρρυθμίσεις του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου η μητρόπολη Θεσσαλονίκης προάγεται στην 11η θέση μεταξύ των επαρχιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου με 12 επισκοπές: Κίτρους ή Πύδνας, Βεροίας, Δουργουβιτίας, Σερβίων, Κασσανδρείας και Ποτιδαίας, Καμπανίας και Καστρίου, Πέτρας, Ερκούλων ή Αρδαμερίου, Ιερισσού ή Αγίου Όρους, Λιτής, Βαρδαριωτών και Λυκοστομίου. Οι εκάστοτε αρχιεπίσκοποι Θεσσαλονίκης, που έχουν την εκκλησιαστική εξουσία, διαδραματίζουν σημαντικότατο ρόλο, ακόμη και σε διοικητικά ζητήματα της περιοχής, προπάντων όμως υπηρετούν με υψηλό ενδιαφέρον το μοναδικό έργο της παρηγορίας, του ανακουφισμού και της προστασίας του εκκλησιαστικού πληρώματος και ιδίως των πασχόντων από τις συνέπειες της κοινωνικής εξαθλίωσης της εποχής. Μέσα ακόμη στο πλαίσιο της κοινοτικής αυτονομίας των Θεσσαλονικέων θα πρέπει να καταγραφεί και η σημαντική θέση του αρχιεπισκόπου στη δικαστική εξουσία, αφού, σύμφωνα με τις πηγές, οι αντίστοιχες «[αποφάσεις κα`ι α]ι διαιτησίαι το~υ [αρχιεπισκόπου δέον ν`α {εχουν νόμιμον κ~υρος χωρ`ις [αντιλογίαν τινα». Στο έργο αυτό συμπαρίστανται και οι λόγιοι της εποχής, προασπίζοντας τα από παλιά καθορισμένα προνόμια των Θεσσαλονικέων, όπως φαίνεται στα λόγια και τις παραινέσεις του Θωμά Μάγιστρου: «Πολ~ιται, μ`η δ`η τ`ην πάτριον κα`ι {εννομον ]υμ~ιν πολιτείαν κα`ι χρόνοις μ`εν πολλο~ις [εγγυμνασμένην κα`ι θαυμαζομένην δ`ε ]υπ`ο πάντων, [ολίγοις δ`ε ζηλουμένην, παράδειγμα δ`ε βίου σώφρονος ο@υσαν, ταύτην ]ραδίως πρόησθε».

3. Στην υποτέλεια των Τούρκων (1383-1391) και στην κυριαρχία των Βενετών (1423-1430)
Μπροστά από τον τουρκικό κίνδυνο, που παρουσιάζεται στη συνέχεια και σταδιακά περισφίγγει τη Θεσσαλονίκη, από τη μια πλευρά καταβάλλεται αντίσταση από τον διοικητή της Θεσσαλονίκης Μανουήλ Β΄, ενώ από την άλλη εγείρονται αντιρρήσεις από τον αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Ισίδωρο, εξαιτίας και των απαλλοτριώσεων μοναστηριακών αγιορειτικών κτημάτων, που επιχειρεί ο Μανουήλ κατά το πνεύμα και το σχέδιο των κοινωνικών του ιδεών. Επιπλέον, οι αδιάκοπες διενέξεις του Ιωάννη
Ε΄ Παλαιολόγου με τα μέλη της οικογένειάς του, οι άκαρπες προσπάθειες του Μανουήλ προς τους Βενετούς και τον πάπα για ενίσχυση, η αντίθεση των ησυχαστών και προπάντων η κατάπτωση του ηθικού των Θεσσαλονικέων συντελούν στο να παραδοθεί μετά από πολιορκία (1383-1387) η πόλη ως φόρου υποτελής στους Τούρκους κατακτητές. Ωστόσο, την κάπως ειρηνική ζωή των χριστιανών τον πρώτο καιρό της τουρκικής κατάκτησης διαδέχεται από τις 16/2/1391 σκληρότερη και επαχθέστερη κατάσταση δουλείας, εξισλαμισμών, εφαρμογής παιδομαζώματος αλλά και ύπαρξης μεγάλου αριθμού κρυπτοχριστιανών. Σημαντικές ιστορικές πηγές των χρόνων αυτών είναι οι ομιλίες του αρχιεπισκόπου Ισιδώρου Γλαβά, αλλά και οι μεταγενέστερες πληροφορίες για την εποχή αυτή του αρχιεπισκόπου Συμεών (1416-1429). Βέβαια η μετά τον Ισίδωρο παρουσία του αρχιεπισκόπου Γαβριήλ, το ήθος και οι αρετές που διαθέτει εξευμενίζουν τους κατακτητές, πείθοντάς τους για ημερότερη συμπεριφορά και αποφυγή συμφορών ή και ακόμη για παραχώρηση προνομίων.
Όμως κάτω από την υπάρχουσα τουρκική αδυναμία, εξαιτίας των εμφύλιων πολέμων των υιών του σουλτάνου Βαγιαζίτ, αλλά και το κατόρθωμα του Μανουήλ Β΄ να ανακαταλάβει τη Θεσσαλονίκη, η πόλη θα δοκιμάσει διαδοχικές πολιορκίες (1412, 1416), μέχρι και του σημείου της παράδοσής της στους Βενετούς (1423-1430), με τους όρους της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, της προνομιακής θέσης του αρχιεπισκόπου και της εκκλησιαστικής ελευθερίας των χριστιανών.
Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα ταραγμένη για πολλούς και διάφορους λόγους. Η μη τήρηση από πλευρά ς Βενετών των συμφωνηθέντων όρων, η απογοήτευση των κατοίκων από τη σκληρή βενετική τακτική, οι απραγματοποίητες κάθε τόσο υποσχέσεις του δόγη, μετά από τις διαμαρτυρίες της ελληνικής κοινότητας στην ανεξέλεγκτη αυθαιρεσία των Βενετών, οι συνομωτικές ενέργειες των Θεσσαλονικέων κατά των Βενετών και η σταδιακά αυξανόμενη απομάκρυνση από κάθε ελπίδα καλυτέρευσης, παρουσιάζει το ένα μέρος των αρνητικών στοιχείων της επικρατούσας κατάστασης. Επιπλέον, οι εχθρικές διαθέσεις των Τούρκων, που καιροφυλαχτούν και σταδιακά ενισχύονται, μαρτυρούν την επιδείνωση της κατάστασης, κυρίως μετά το θάνατο του Μανουήλ Β΄ (1425), λόγω της εχθρότητας του σουλτάνου Μουράτ Β΄ προς τον Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο. Έτσι από το 1426 ο τουρκικός κίνδυνος επέρχεται με τελική κατάληξη την πολιορκία και άλωση της Θεσσαλονίκης (1430) και το τέλος της βενετικής κατοχής. Τα στοιχεία εκείνα που μαρτυρούν την ταραγμένη εκείνη εποχή αντλούνται από τα σημαντικά κείμενα του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Συμεών, ο οποίος διασώζει πληροφορίες για το διχασμό του λαού (φιλοτουρκική και φιλοβενετική μερίδα), για την αυτομολία πολλών στο τουρκικό μέρος, για τη σχεδιαζόμενη ένωση των Εκκλησιών και για τη δύσκολη θέση του αρχιεπισκόπου, που αιφνίδια πεθαίνει, μη φθάνοντας το τραγικό γεγονός της πολιορκίας και της πτώσης της πόλης. Σημαντικό καταγράφεται στην εκκλησιαστική ιστορία της εποχής το πρόσωπο και το έργο του αρχιεπισκόπου Συμεών, η ιδιαίτερη λαμπρότητα που είχε προσδώσει στις τελετές και τις ακολουθίες, τα σημαντικότατα κείμενα και η σοφία του, προπάντων όμως η ιδιαίτερη παραμυθητική φροντίδα του για το λαό που ζούσε βασανισμένος στην υποδούλωση και τις ατέλειωτες δυσκολίες.
Οι λεηλασίες των κατακτητών, οι τεράστιες απώλειες των Βενετών, η καταστροφή των εκκλησιών και των μοναστηριών της Θεσσαλονίκης και προπάντων η δεινή θέση του εκκλησιαστικού πληρώματος, που είναι πάντα προσηλωμένο με ακμαία πίστη στον προστάτη του άγιο Δημήτριο, περιγράφονται παραστατικά από τον αυτόπτη μάρτυρα Ιωάννη Αναγνώστη. Από την άλλη η οθωμανική κυριαρχία με την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης επιβάλλεται με το κλείσιμο και την ερείπωση των χριστιανικών ναών αλλά και την μετατροπή των κυριότερων σε τζαμιά, όπως μαρτυρεί η τουρκική επιγραφή σε κίονα του ιστορικού ναού της Αχειροποιήτου, τον οποίο ο Μουράτ Β΄ αμέσως μετά την κατάκτηση της πόλης μετέτρεψε σε τζαμί (Εσκί Τζουμά).

Ε΄. ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ (1430-1912)

1. Η διατήρηση της πνευματικής ζωής του Ελληνισμού στο 15ο και 16ο αι.
Η διοικητική δομή της Θεσσαλονίκης την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας ουσιαστικά παραμένει προσαρμοσμένη στο σύστημα της προηγούμενης βυζαντινής με πρώτο τούρκο πασά τον Σουγκιούρ Τσαούς μπέη, αλλά και το ισχύον εκκλησιαστικό καθεστώς διατηρείται στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως ίσχυε στην όλη επικράτεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Ωστόσο ο χωρισμός της γης σε χάσια, τιμάρια και ζιαμέτια, δίδει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας στους κατακτητές και την κυριότητα στους επίλεκτους αξιωματούχους τους, ενώ η κατάληψη οικιών και ναών από εποίκους Τούρκους, σε συνδυασμό με τη σκληρή συμπεριφορά τους, δημιουργεί βαρύτατο κλίμα ανυπόφορων συνθηκών στο χριστιανικό πληθυσμό της Θεσσαλονίκης. Από την άλλη η ανανέωση των προνομίων της τοπικής αυτοδιοίκησης των χριστιανών και η ελάφρυνση από τους φόρους, ώστε να ανακοπεί το κύμα φυγής των γηγενών, δεν συμβαδίζει με την πραγματικότητα, των ποικίλων δηλαδή αυθαιρεσιών των τοπικών τουρκικών αρχών.
Βαρύτατο πλήγμα στη ζωή των κατοίκων της Θεσσαλονίκης αποτελεί η κατάσχεση ιερών ναών και μονών, αλλά και η έλλειψη κληρικών που μαρτυρείται να αιχμαλωτίζονται, σύμφωνα με τις πληροφορίες από έγγραφο (1452) του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Μεθοδίου. Αν βέβαια στην αρχή φαίνεται να μένουν στα χέρια των χριστιανών εκτός από τις μικρές εκκλησίες και οι κεντρικοί ναοί (Αγίου Δημητρίου, Αγίας Σοφίας, Αγίων Αγγέλων ή Ασωμάτων "Rotonda" και Οδηγήτριας ή Αγίας Αναστασίας), λίγο αργότερα η τουρκική παρουσία επιζητεί να γίνει επιβλητικότερη, λόγω αύξησης του μουσουλμανικού στοιχείου και των θρησκευτικών του αναγκών, λόγω της πολιτικής για ισχυροποίηση της τουρκικής εξουσίας ή και εξαιτίας των μισαλλόδοξων αντιλήψεων και των ανεξέλεγκτων ακόμη αυθαιρεσιών των κατακτητών. Έτσι μέχρι το 1478 30 χριστιανικοί ναοί έχουν μετατραπεί σε τζαμιά, ενώ συνεχίζεται αμείωτη η ενέργεια αυτή ακόμη και σε ναούς που δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να εξαιρεθούν από το ιστορικό ορθόδοξο βίωμα του εκκλησιαστικού πληρώματος της Θεσσαλονίκης (1492 ναός Αγίου Δημητρίου, 1500 ναός Αγίου Παντελεήμονος, 1510 ναός Αγίας Αικατερίνης, 1520-30 ναός Αγίων Αποστόλων, 1524 ναός Αγίας Σοφίας, 1590 ναός μητροπολιτικός Αγίων Αγγέλων ή Ασωμάτων "Rotonda").
Η κατάκτηση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους έχει άμεσες συνέπειες και στο συνολικό πληθυσμό της πόλης. Έτσι οι κυρίαρχοι του τόπου καταλαμβάνουν τις συνοικίες της άνω πόλης, ενώ διαταράσσεται το αμιγές χριστιανικό στοιχείο που οριοθετείται πλέον στις συνοικίες της νοτιοανατολικής περιοχής. Η άμεση ακόμη ανάγκη για εποικισμό της Θεσσαλονίκης κατευθύνει τους κατακτητές στο να αποδεχθούν την εγκατάσταση στην πόλη εβραίων προσφύγων, τόσο από τις γερμανικές χώρες "Aschkenazim" (μετά το 1470), όσο και από την Ισπανία "Sepharadim" (1492) ή και από άλλες περιοχές, όπως της Κ. Ιταλίας (1493) ή της Σικελίας (1493). Η δυναμικότητα μάλιστα των Εβραίων αυτών μεταναστών θα φανεί, αφού οι υπάρχοντες ολιγάριθμοι Ρωμαιοεβραίοι "Romaniotes" της βυζαντινής Θεσσαλονίκης, με τα ελληνικά πολιτισμικά τους στοιχεία, αφομοιώνονται από τους ομόθρησκούς τους, ώστε λίγο αργότερα το εβραϊκό στοιχείο να συμβάλει στη μεγάλη οικονομική ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης. Έτσι ο δημογραφικός χάρτης της πόλης στις απογραφές: του 1478 δείχνει 10.400 κατοίκους (4.000 μουσουλμάνοι, 6.094 χριστιανοί, υπόλοιποι εβραίοι) και του 1519 δείχνει 29.000 κατοίκους (6.870 μουσουλμάνοι, 6.635 χριστιανοί, 15.715 εβραίοι).
Ωστόσο όχι μόνο η αλλοίωση του αμιγούς στοιχείου του συνολικού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης ανακόπτει τις δυνατότητες της τοπικής Εκκλησίας για πνευματική καλλιέργεια του πληρώματός της, αλλά και οι δεινές συνθήκες και οι ανυπόφορες περιστάσεις αναγκαστικά δημιουργούν οικονομικό μαρασμό στη χριστιανική κοινότητα και επιφέρουν πτώση της μορφωτικής στάθμης του λαού. Η γλώσσα και όλα τα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού υφίστανται ισχυρά πλήγματα από τη μισαλλόδοξη λαίλαπα των κατακτητών.
Μπροστά στη διαμορφούμενη αυτή κατάσταση εγείρεται και επικρατεί πνεύμα αντίστασης, που με τη στάση των Νεομαρτύρων φθάνει και στο σημείο της αυτοθυσίας. Έτσι ο αποκεφαλισμός στη Θεσσαλονίκη του μοναχού εξ Ιωαννίνων Μακαρίου (1527), το μαρτύριο στην πυρά του Μιχαήλ εξ Αγράφων (21/3/1544), που περιγράφει ο αυτόπτης μάρτυρας μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Μητροφάνης (1541-1551) και το μαρτύριο στην πλατεία Ιπποδρομείου (6/7/1566) του Κυρίλλου, νέου μόλις 22 χρόνων, αποτελούν δείγματα και αδιάσειστα ιστορικά ερείσματα αντίστασης, ηρωισμού, πίστης και αυτοθυσίας των χριστιανών, αλλά και δυναμικότατες πηγές τόνωσης του εκκλησιαστικού και εθνικού φρονήματος του λαού της Θεσσαλονίκης, που έδειχνε ακατάπαυστη καρτερία, υπομονετική αντοχή και έντονη τάση αφύπνισης από τη σκληρή τυραννία. Παρουσιάζονται όμως και εξαιρέσεις, αφού οι ασφυκτικές πιέσεις και οι επικίνδυνες απειλές κλονίζουν τη δύναμη ή την αντοχή κάποιων, που αναγκαστικά εξισλαμίζονται.
Η μόνη προστάτιδα δύναμη στο χώρο της Μακεδονίας και ειδικότερα της Θεσσαλονίκης ήταν η Εκκλησία, εφόσον και στην όλη επικράτεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας αποτελούσε το μόνο καταφύγιο των υπόδουλων ορθοδόξων, με την εθναρχική βέβαια υπόσταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τον άμεσο πνευματικό και διοικητικό σύνδεσμό του με τις κατά τόπους Εκκλησίες. Η γειτνίαση με το Άγιον Όρος είχε ακόμη εξαιρετική σημασία για την Εκκλησία της Θεσσαλονίκης και το εκκλησιαστικό της πλήρωμα, εφόσον με βάση τα ιδιαίτερα προνόμια που είχαν δοθεί από τους κατακτητές στον Άθω, επιτρεπόταν οι περιοδείες των αγιορειτών στον υπόδουλο χώρο, αλλά και αφού υπήρχε η δυνατότητα στο χώρο αυτό της καλλιέργειας των ελληνικών γραμμάτων, της διατήρησης των στοιχείων της ελληνικής παιδείας και της διαφύλαξης των ανεκτίμητης αξίας πηγών του ελληνορθόδοξου πολιτισμού. Η λειτουργία των αγιορειτικών αντιγραφικών εργαστηρίων την περίοδο 1480-1530 αποτελεί αδιάψευστη ιστορική μαρτυρία. Ο μοναστηριακός επίσης χώρος στη περιοχή της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας, ως χώρος βακουφικός, απαραβίαστος και ιερός, αποτέλεσε ένα ακόμη παράγοντα διατήρησης της πνευματικής ζωής του Ελληνισμού την περίοδο αυτή. Έτσι η ιερά μονή Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας, που ίδρυσε η Θεοφανώ (888) αποβαίνει σημαντικότατη βάση καλλιέργειας της ορθόδοξης πίστης και παράδοσης στο χώρο της Θεσσαλονίκης με την παρουσία και το πνευματικό έργο του ηγουμένου αυτής (1522-1538) αγίου Θεωνά του μετέπειτα μητροπολίτη Θεσσαλονίκης (1538-1541), των 300 μοναχών και το πλήθος των λογίων μαθητών του. Η ιερά μονή Βλατάδων, που είχε ανεγερθεί (1320-1360) από τους αδελφούς Βλαταίους, μοναχούς από την Κρήτη και διέθετε ιδιαίτερα προνόμια από τον Μουράτ Β΄ (1491: παραχώρηση εκτάσεων και απαλλαγή των μοναχών από τη φορολογία), ήταν κέντρο πνευματικής καλλιέργειας των Θεσσαλονικέων και χώρος διατήρησης και ενίσχυσης της ελληνικής παιδείας και του πολιτισμού. Η βιβλιοθήκη, οι χειρόγραφοι κώδικες, οι εικόνες και τα κειμήλια που διασώζονται σ’ αυτήν μαρτυρούν τη σημαντική παρουσία της στους δύσκολους αυτούς καιρούς. Η ιερά μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ζάβορδας, στο Καλλίστρατο όρος της Δυτικής Μακεδονίας και η παρουσία σ’ αυτήν του κτήτορά της οσίου Νικάνορα (1491-1549), μετά από διδακτική δραστηριότητα στη Θεσσαλονίκη και διέλευσή του μέσω των διαφόρων χωριών της Μακεδονίας, αναδεικνύουν το χώρο της μονής εργαστήριο παιδείας και σημαντικό παράγοντα διατήρησης της πνευματικής ζωής του Ελληνισμού την περίοδο αυτή.
Βέβαια ανασταλτικός παράγοντας στο ζήτημα της καλλιέργειας της ελληνικής παιδείας και του πολιτισμού στο χώρο της Θεσσαλονίκης αποτελεί το γεγονός της φυγής των λογίων στη Δύση (Θεόδωρος Γαζής +1472 Κωνσταντινούπολη και Ιταλία ∙ Ανδρόνικος Κάλλιστος +1486 Κωνσταντινούπολη, Ρώμη, Φλωρεντία, Παρίσι ∙ Δημήτριος, διάκονος της Μεγάλης Εκκλησίας 1559 Κωνσταντινούπολη, Βιττεμβέργη ∙ Ματθαίος Καμαριώτης ο Θεσσαλονικεύς, σχολάρχης της πατριαρχικής σχολής στην Κωνσταντινούπολη), εφόσον εκλείπουν οι δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης και μορφωτικής προόδου.
Όμως παρά τη φυγή των λογίων και παρά τις δεινές συνθήκες, η μακραίωνη παράδοση των ελληνικών γραμμάτων στη Θεσσαλονίκη φαίνεται ότι συνεχίζεται. Το επίπεδο της γλώσσας και το περιεχόμενο επιγραφής σε σαρκοφάγο του Θεσσαλονικέα Λουκά Σπαντούνη (+1481) που βρίσκεται στο ναό του Αγίου Δημητρίου, το μαρτυρούμενο αίτημα των Θεσσαλονικέων (1490) για αποστολή του Λακεδαιμόνιου δασκάλου Ιωάννου Μόσχου από την Κέρκυρα στη Θεσσαλονίκη αλλά και το ότι στο χώρο της Θεσσαλονίκης υπήρχε και διατηρούνταν ικανός αριθμός χειρογράφων, αφού δραστηριοποιείται με σκοπό την αγορά κάποιων απ’ αυτά ο Ιανός Λάσκαρις (1445-1535), αποτελούν σημαντικές ιστορικές μαρτυρίες για το ότι δεν διακόπτεται η καλλιέργεια των ελληνικών γραμμάτων, στο μέτρο ασφαλώς του δυνατού της εποχής αυτής. Από την άλλη η παρουσία και η σημαντική δραστηριότητα εκκλησιαστικών κυρίως προσώπων και λογίων αποδεικνύει ακόμη περαιτέρω το χαρακτήρα της ελληνορθόδοξης λογιοσύνης κατά την εν λόγω περίοδο. Οι μητροπολίτες Θεσσαλονίκης: Θεωνάς (1538-1541), ηγούμενος στην ιερά μονή Αγίας Αναστασίας, Μητροφάνης ο από Βεροίας (1541), ανήκων στην ακολουθία του πατριάρχη Ιερεμία Β΄, Θεωνάς Β΄ ο από Παροναξίας (1560-1565) και Θεοφάνης (τέλη του 16ου αι.), βιογράφος του νεομάρτυρα Μιχαήλ Μαυρουδή, είναι λόγιοι ιεράρχες, δραστηριοποιούνται και διδάσκουν στη Θεσσαλονίκη, συμβάλλοντας στην καλλιέργεια της ελληνικής παιδείας και στην πνευματική αναγέννηση των υπόδουλων χριστιανών της περιοχής των. Για αρκετό χρονικό διάστημα από το 1580 κ.ε. αφήνει σημαντική φήμη και οικοδομεί πνευματικά πλήθος μαθητών ο λόγιος μοναχός από την Κρήτη Ματθαίος, αδελφός του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Μητροφάνη, ενώ μαρτυρείται επίσης η διδακτική δραστηριότητα του λόγιου ιερέα Γεωργίου του Αθηναίου (1585). Σημαντικότατη παρουσία διαγράφει και ο αξιόλογος λόγιος από τη Θεσσαλονίκη Δαμασκηνός Στουδίτης (1500-1580), ο οποίος αφού σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη κοντά στο λόγιο Θεοφάνη Ελεαβούλκο, έγινε επίσκοπος Λητής και Ρενδίνης (1564-1574), συμβάλλοντας με τη δράση του στην πνευματική αναγέννηση των περιχώρων της γενέτειράς του και κατόπιν μητροπολίτης Ναυπάκτου και Άρτης. Ως πατριαρχικός έξαρχος Αιτωλίας συναντάται να αναπτύσσει σημαντική διδακτική δραστηριότητα στη Ρουθηνία, κυρίως όμως η όλη του συμβολή μπορεί να αξιολογηθεί από το διαδεδομένο έργο του «Θησαυρός», που είχε μεγάλη απήχηση και κάλυπτε τις πρωταρχικές ανάγκες του μέσου αναγνώστη στην ιδιαίτερα επιβαρυμένη περίοδο αυτή της τουρκοκρατίας.
Την κατά κάποιο τρόπο όμως ειρηνική αυτή περίοδο επηρεάζει άμεσα το ιστορικό γεγονός της ναυμαχίας της Ναυπάκτου (1571), εφόσον οι δυτικές δυνάμεις καταστρέφουν τον τουρκικό στόλο και προκαλείται οργή των Τούρκων και κατά συνέπεια ξέσπασμα σφαγών στους χριστιανούς της Θεσσαλονίκης. Μάλιστα τότε παύεται για λίγο ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ιωάσαφ ο Αργυρόπουλος, με την κατηγορία του πληροφοριοδότη των δυτικών.
Ιδιαίτερα σημαντικό ιστορικό στοιχείο στα τέλη του 16ου αιώνα αποτελεί και η Συνοδική Πράξη του πατριάρχη Ιερεμία Β΄ "Τρανού", που καλεί τους μητροπολίτες να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την ίδρυση και τη συντήρηση σχολείων στις εκκλησιαστικές τους περιφέρειες, ορίζοντας «|εκαστον [επίσκοπον [εν τ~?η α[υτο~υ παροικί?α φροντίδα κα`ι δαπάνην τ`ην δυναμένην ποιε~ιν, \ωστε τ`α θε~ια κα`ι ]ιερ`α γράμματα δύνασθαι διδάσκεσθαι, βοηθε~ιν δ`ε κατ`α δύναμιν το~ις [εθέλουσι διδάσκειν κα`ι το~ις μαθε~ιν προαιρουμένοις».

2. Προς την αναγέννηση της πνευματικής ζωής των χριστιανών (17ος - αρχές 19ου αι.)
Αν και ο 17ος αιώνας δεν συγκεντρώνει ιδιαίτερη σπουδαιότητα για τον χριστιανικό πληθυσμό της Θεσσαλονίκης, αξίζει να επισημανθεί το γεγονός της από τις πρώτες δεκαετίες του μεταναστευτικής κίνησης προς τη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή των ελληνόφωνων και βλαχόφωνων κατοίκων με ελληνική συνείδηση από τις ορεινές περιοχές της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, της Ηπείρου, των Αγράφων και της περιοχής του Αχελώου, λόγω δύσκολων συνθηκών. Το γεγονός αυτό, που συνεχίζεται σε ολόκληρο το 18ο και στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, κρίνεται ιστορικά σημαντικό, επειδή από τότε άρχισαν να αναδεικνύονται εκείνοι οι παράγοντες που συνετέλεσαν στη σταδιακή προεπαναστατικά ανάπτυξη και πρόοδο του Ελληνισμού. Η Εκκλησία όμως την περίοδο αυτή έχει να αντιμετωπίσει και δυσμενέστατα γεγονότα που πλήττουν βαριά το χριστιανικό πληθυσμό, όπως το γεγονός της μεγάλης πυρκαγιάς του 1620, που αποτέφρωσε το μεγαλύτερο μέρος της Θεσσαλονίκης και λίγο αργότερα, της πανούκλας που αποδεκάτισε τους κατοίκους. Ωστόσο φαίνεται να διαθέτει 30 μικρές εκκλησίες, τη μονή Βλατάδων και 5 γυναικείες μονές με 100 περίπου μοναχές η καθεμιά (Θεοτόκου – Μ.Παναγίας, Αγίας Ελεούσας ή Λεχούσας, Αγίας Θεοδώρας), ενώ έξω από τα δυτικά τείχη στη θέση της ευρισκόμενης μονής της Αγίας Ματρώνας είχε γίνει ο τεκές των Μεβλεβήδων δερβισών, στη θέση της μονής του Χορταΐτου ο τεκές και ο τάφος του Γκιούλ μπαμπα και στη θέση της μονής του Αγίου Δημητρίου του Αρμογένη, κατά τον καθηγητή Α. Βακαλόπουλο, ο τάφος μουσουλμάνου και η τουρκική πηγή Σέιχ Σου. Φαίνεται επίσης ότι η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης διατηρούσε τα υπάρχοντα αγιάσματα Αγίας Κυριακής, Αγίας Σολομονής και Αγίου Παύλου έξω από τα ανατολικά τείχη και έξω από τα δυτικά το αγίασμα της Αγίας Παρασκευής. Μάλιστα κάποια αμυδρή εικόνα του τρόπου οικονομικής εκκλησιαστικής διαχείρισης μαρτυρείται με την παραχώρηση της μισής ενορίας του Αγίου Αθανασίου και των αγιασμάτων αυτών από το μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Μελέτιο (1674-1680) στο νέο μέγα οικονόμο της μητροπόλεως ιερέα Ιάκωβο (Γιακουμή). Όμως, εκτός από τις δυσκολίες που προερχόταν από τους κατακτητές, στον εκκλησιαστικό χώρο σημειώθηκαν και δυσκολίες που προερχόταν από τις διενέξεις μεταξύ εκκλησιαστικών και κοσμικών αρχόντων, όπως όταν το Πατριαρχείο απένειμε κάποια τιμή στον Λάσκαρη Ασάνη, διχάστηκε η χριστιανική κοινότητα και εξέπεσε από το θρόνο του ο μητροπολίτης Νεόφυτος Δαμαλάς ο εκ Χίου (1680-1687), φυλακίστηκε στο Επταπύργιο και αντ’ αυτού εξελέγη ο Μεθόδιος (1687-1696).
Μέχρι τα μέσα του 17ου αι., παρατηρείται όμως κάποια πνευματική κίνηση στο μουσουλμανικό και τον εβραϊκό χώρο της Θεσσαλονίκης, εφόσον αναδεικνύονται μεταξύ των δερβισών ποιητές μουσουλμάνοι της «αγνής ποίησης», όπως ο Σεναζί Τσελεμπί, ενώ οι εβραίοι επιδίδονται στο εμπόριο και στα γράμματα, ιδρύοντας αρκετά σχολεία, χρησιμοποιώντας δασκάλους (200), συγκροτώντας βιβλιοθήκες και ιδίως αναπτύσσοντας σε πολύ μεγάλο βαθμό το εμπόριο. Έτσι η μετατροπή των μεγάλων ναών σε τζαμιά (48), οι τεκέδες, οι συναγωγές (36), τα δημόσια (11) και ιδιωτικά (300) λουτρά, τα χάνια (16), τα ταβερνεία, οι αγορές, τα μουσουλμανικά, εβραϊκά ή και κάποια χριστιανικά ιδρύματα (φρενοκομείο) και οι αντίστοιχες συνοικίες (48 μουσουλμάνων, 56 εβραίων, 16 χριστιανών) προσδίδουν ανατολίτικο χαρακτήρα στην όψη της πόλης.
Ωστόσο από τα μέσα του 17ου αι. η ακμή της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης κάμπτεται αισθητά, εξαιτίας αφενός του τουρκοβενετικού πολέμου στην Κρήτη (1645-1669) και αφετέρου των ιδεών του ψευδοπροφήτη των εβραίων Σαμπετάι Σεβί. Έτσι η οικονομική κατάρρευση των Βενετών είχε άμεση επίπτωση στο οικονομικό εμπόριο των εβραίων της Θεσσαλονίκης, αφού υπήρχε στενός σύνδεσμος μεταξύ τους για την προώθηση των διαφόρων προϊόντων, ενώ το κήρυγμα του υποδυόμενου τον μεσσία Σαμπετάι Σεβί δίχασε την εβραϊκή κοινότητα, αφού ο ίδιος απέκτησε φήμη σ’ Ανατολή και Δύση, συνελήφθηκε από τους Τούρκους, φυλακίστηκε στην Κωνσταντινούπολη, αναγκάστηκε να εξισλαμισθεί μπροστά στο σουλτάνο στην Αδριανούπολη (1666) και προπάντων μαζί μ’ αυτόν και το πλήθος των οπαδών του, που αποτέλεσαν και τη μερίδα των "ιουδαιομουσουλμάνων" ή "ντονμέδων".
Από την άλλη βέβαια η αύξηση του χριστιανικού πληθυσμού με τη συνεχιζόμενη μεταναστευτική κίνηση, σε συνδυασμό με την αναφερθείσα οικονομική και πνευματική παρακμή της εβραϊκής κοινότητας, θα σημάνει και τη δημιουργία των προϋποθέσεων εκείνων για τη συγκρότηση της επαγγελματικής τάξης των Ελλήνων και την ανάπτυξη του εμπορίου. Ιδιαίτερα σημαντικό ιστορικά είναι το γεγονός ότι από τις αρχές του 18ου αι. επικρατεί ειρήνη σ’ ολόκληρο το μεσογειακό χώρο, που επιτρέπει την εμπορική διείσδυση των δυτικών ναυτικών χωρών στην Ανατολή και στο χώρο της Θεσσαλονίκης. Η άφιξη των Γάλλων με την ίδρυση προξενείου (1700), τη δημιουργία του φραγκομαχαλά και το χτίσιμο από τους Ιησουΐτες του ναού του Αγίου Λουδοβίκου (1744), καθώς και η άφιξη των Άγγλων με την ίδρυση προξενείου (1718) και των άλλων εμπόρων (Ιταλών, Ολλανδών, Δανών, Σουηδών, Αυστριακών, Γερμανών, Ελβετών 1760 και Ρώσων 1774), δίδουν σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης. Εκτός αυτών όμως οι ιστορικές συγκυρίες με τις διεθνούς σημασίας συνθήκες (Κάρλοβιτς 1699, Πασάροβιτς 1718, Βελιγραδίου 1739, Κιουτσούκ Καϊναρττζή 1774) δημιουργούν τις θεμελιώδεις βάσεις ώστε οι Έλληνες να πάρουν στα χέρια τους μέρος του εξωτερικού εμπορίου και οι βόρειες ελληνικές περιοχές, κυρίως η Θεσσαλονίκη, να αναπτύξουν σημαντικά το εμπόριο της οθωμανικής αυτοκρατορίας στο χώρο της Βαλκανικής και της Ευρώπης. Αν από τα μέσα του 18ου ως τις αρχές του 19ου αι. τα 2/3 του εμπορίου της Θεσσαλονίκης βρίσκεται στα χέρια των Ελλήνων, με ανάπτυξη και της βιοτεχνίας, η προστασία των ξένων δυνάμεων συγκεντρώνει μεγάλο μερίδιο συμβολής, αφού βοηθά στη διασφάλιση των απαιτούμενων ενεργειών από τους κατακτητές (έκδοση ειδικών βερατίων κ.λ.π.).
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο των ευνοϊκών συνθηκών η ελληνική αστική τάξη αποκτά ευρωστία, ενώ παρουσιάζονται ευεργέτες που δείχνουν ενδιαφέρον στα ζητήματα της χριστιανικής κοινότητας, στον τομέα της ίδρυσης, λειτουργίας και συντήρησης σχολείων ή ιδρυμάτων, στην ανακαίνιση ή στις επισκευές ναών, στην επίλυση κοινωνικών και πνευματικών ζητημάτων και γενικά στην πνευματική άνοδο και καλλιέργεια του Ελληνισμού.
Η ελληνική παιδεία μπαίνει σε πορεία καλλιέργειας και προόδου, αφού μαρτυρείται η λειτουργία της «Ελληνικής Σχολής» από το 1716 με δασκάλους τον αριστοτελικό λόγιο Γιαννό ή Γιαννακό και το σπουδαίο λόγιο Κοσμά Μπαλάνο (1750-1558) από τα Ιωάννινα, αλλά και του «Ελληνομουσείου» με δασκάλους τον Αθανάσιο Πάριο (1758-1762, 1777-1786), το λόγιο ιερομόναχο Ιωνά Σπαρμιώτη (μετά το 1770), τον Ιωάννη Κοντό και τον Αναστάσιο Καμπίτη (1806-1822). Το μεγάλο ενδιαφέρον των Θεσσαλονικέων για τα ελληνικά γράμματα αποδεικνύεται επίσης και από την μαρτυρία αιτήματός τους για λειτουργία και άλλης επιπλέον σχολής με δάσκαλο το μοναχό Παχώμιο, μαθητή του Μεθοδίου Ανθρακίτη.
Ενδεικτικό στοιχείο του πνευματικού επιπέδου, που άρχισε να δημιουργείται στη Θεσσαλονίκη κατά την εν λόγω περίοδο, αποτελούν και οι αλληλοσυγκρουόμενες ιδεολογικές τάσεις ή αντιλήψεις των λογίων, ακόμη και οι έριδες που σχετίζονται και εκφράζουν τις νέες πνευματικές εξελίξεις που σημειώνονται στο χώρο της Θεσσαλονίκης αλλά και ευρύτερα της Μακεδονίας στη διάρκεια του 18ου αιώνα. Έτσι στη διένεξη μεταξύ αριστοτελικών και αντιαριστοτελικών (1700-1730), με εκπροσώπους το δάσκαλο Γιαννακό και το μοναχό Παχώμιο αντίστοιχα, διακρίνεται η απήχηση των φιλοσοφικών και θρησκευτικών ρευμάτων της Δύσης (του ισπανού Λουδοβίκου de Molina 1536-1600 και του γάλλου Νικολάου Malebranche 1638-1715) αλλά και οι προσωπικές τοποθετήσεις και θέσεις λογίων της εποχής, όπως του Μεθοδίου Ανθρακίτη 1660-1736. Αν και η Εκκλησία καταδίκασε βέβαια τους πρωτεργάτες και των δύο μερίδων, πρέπει να επισημανθεί ιστορικά το γεγονός της εμφάνισης πλέον στη Θεσσαλονίκη και ευρύτερα στη Μακεδονία του πνεύματος της ελεύθερης διακίνησης ιδεών και της κριτικής τακτικής από τις πρώτες κιόλας δεκαετίες του 18ου αιώνα. Αλλά και το κίνημα των Κολλυβάδων (1754-1819), αν και ξεκίνησε ως απλή θρησκευτική έριδα στο χώρο του Αγίου Όρους και αφορούσε το ζήτημα της αμφισβήτησης της κανονικότητας τέλεσης των μνημοσύνων κατά τις Κυριακές, έλαβε ευρύτατες διαστάσεις, καθότι έφερε ουσιαστικά στο προσκήνιο το θέμα της ακεραιότητας και αυτονομίας της παράδοσης και πνευματικότητας της Ορθοδοξίας, μπροστά από τα νέα ιδεολογικά ρεύματα της Δύσης. Έτσι η διαμάχη ανάμεσα στους λόγιους που αγωνιζόταν για την ανανέωση του υπόδουλου Ελληνισμού με τα αγαθά της παιδείας που καλλιεργούνταν στη Δύση και στους λόγιους που αγωνιζόταν για την ανανέωση του ορθόδοξου λαού με βάση τα αγαθά της παιδείας της αυθεντικής και ζυμωμένης με το λαό ορθόδοξης παράδοσης της Ανατολής, θα δημιουργήσει ένταση και οξύτατες αντιθέσεις. Η Θεσσαλονίκη, μέσα από την αφυπνιστική δυναμικότητα της ορθόδοξης πνευματικότητας, που από τον 14ο αι. είχε ιδιαίτερα αφομοιώσει, αλλά και κάτω από τις δεινές συνέπειες της άλωσης (1430), την έντονη μουσουλμανική παρουσία ή τον εβραϊκό εποικισμό και τις ανυπέρβλητες συνθήκες επιβίωσης του χριστιανικού πληθυσμού στους τέσσερις αιώνες δουλείας που είχε περάσει, ήταν σε θέση να δώσει το παρόν στα διαδραματιζόμενα ιδεολογικά ζητήματα του 18ου αιώνα. Εκτός από τους άλλους εκπροσώπους του κολλυβαδικού κινήματος (Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης 1720-1784, Μακάριος Νοταράς μητροπολίτης Κορίνθου 1765-1769, Νικόδημος ο Αγιορείτης 1789-1809), που εναρμόνισαν τις παιδευτικές τους ενέργειες στο στόχο του κινήματος, ιδιαίτερα μαχητικός αναδείχθηκε και ο λόγιος ιερομόναχος Αθανάσιος ο Πάριος (1721-1813), πολυγραφότατος συγγραφέας της εποχής και αρχηγός του κινήματος, ο οποίος με το διδακτικό του έργο ειδικότερα στη Θεσσαλονίκη (1758-1762 και 1777-1786) και στη μονή Βλατάδων, συνέβαλε στον τονισμό των στοιχείων που προσδιόριζαν την ταυτότητα της ορθόδοξης παράδοσης. Ωστόσο όλη η εξέλιξη της διαμάχης αυτής με τις συνοδικές αποφάσεις (1772-1819), τις προσπάθειες συμβιβασμού των αντιμαχομένων, την καταδίκη του Αθανασίου Παρίου (1776) ή την άρση της καταδίκης, πρέπει να σημειωθεί ότι ιστορικά αποδεικνύει πως ήταν αναπόφευκτο το γεγονός της συνάντησης των θέσεων αυτών με τις ιδέες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και τις αντιλήψεις των εκπροσώπων του (Αδαμαντίου Κοραή 1748-1833, Δημητρίου Καταρτζή ή Φωτιάδη 1730-1807 κ.ά. ∙ από την άλλη μαρτυρεί την ύπαρξη υψηλού πνευματικού επιπέδου στο χώρο της Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό μάλιστα και με το ότι κατά τη χρονική αυτή περίοδο αποτελεί το κυριότερο οικονομικό κέντρο όχι μόνο του Ελλαδικού χώρου αλλά και εκείνου όλης της χερσονήσου του Αίμου.
Έτσι στα τέλη του 18ου και στην πρώτη εικοσαετία του 19ου αιώνα βλέπουμε να παρουσιάζεται και κάποια ενδιαφέρουσα οικοδομική δραστηριότητα, αν εξαιρέσουμε τις αρνητικές συνέπειες που ασφαλώς είχε στην οικονομική και πνευματική ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης ο ρωσοτουρκικός (1768-1774) αλλά και οι ναπολεόντιοι πόλεμοι (1792-1814), αφού επέτειναν τις οικονομικές συγκρούσεις και τους ανταγωνισμούς των ευρωπαϊκών δυνάμεων στο λιμάνι. Έτσι οι επισκευές ή ανακαινίσεις ναών (Λαγωδιανή 1802, Άγιος Μηνάς 1806, Άγιος Αθανάσιος, Παναγούδα, Παναγία Δεξιά – Άγιος Υπάτιος, Άγιος Κωνσταντίνος, Μεγάλη Παναγία 1818), μπορούν να συνθέσουν τα γνωρίσματα του τύπου των μεταβυζαντινών αυτών ιστορικών μνημείων της Θεσσαλονίκης της περιόδου της τουρκοκρατίας. Μέσα ακόμη στο γενικό πλαίσιο της προόδου των χρόνων αυτών ίσως πρέπει να συμπεριληφθεί και η ανάπτυξη της λαϊκής αρχιτεκτονικής με τα αρχοντικά της Θεσσαλονίκης αλλά και εκείνη της εκκλησιαστικής χρυσοκεντητικής, της βυρσοδεψίας και της χαλκευτικής, δεδομένου και του στοιχείου της οργανωμένης σε συντεχνίες (εσνάφια) επαγγελματικής ζωής των κοινοτήτων.

3. Η πορεία προς την απελευθέρωση και ο εξαιρετικά ευεργετικός ρόλος της Εκκλησίας (1821-1912)
Η αναγέννηση της οικονομικής, δημογραφικής και πνευματικής ζωής των χριστιανών της Θεσσαλονίκης και ευρύτερα της Μακεδονίας, που είχε σημειωθεί στο 18ο και στις αρχές του 19ου αι., δέχεται βαρύτατο πλήγμα στη συνέχεια με τις ειδήσεις για το κίνημα στη Μολδοβλαχία και την εξέγερση της Πελοποννήσου (1821). Αν και η ισχυρή παρουσία του μουσουλμανικού στοιχείου στην πόλη δεν θα επέτρεπε εμφανώς τον ξεσηκωμό, η συμβολή της Θεσσαλονίκης και του μακεδονικού χώρου σ’ αυτόν ήταν σημαντική. Αφορμή για επικράτηση, την επόμενη κιόλας ημέρα, κλίματος τρομοκρατίας, λεηλασιών, συλλήψεων, φυλακίσεων και εκτελέσεων ικανού αριθμού Θεσσαλονικέων (Μελετίου επισκόπου Κίτρους που ήταν τοποτηρητής του Θεσσαλονίκης Ιωσήφ ιερομάρτυρα 1815-1821, παπα-Γιάννη ιερέα του Αγίου Μηνά, Χριστ. Μπαλάνου, Κ. Τάττη, Γ. Πάικου, Χρ. Μενεξέ, κ.ά. προκρίτων της χριστιανικής κοινότητας) υπήρξε όταν οι νέοι του Πολυγύρου κήρυξαν την επανάσταση στη Χαλκιδική (17/5/1821). Την μήνι των τούρκων κατακτητών δέχονται και οι χριστιανικοί ναοί που όσοι δεν είχαν μετατραπεί σε τζαμιά μετατρέπονται σε φυλακές ή καταστρέφονται κειμήλια και σημαντικά ελληνικά χειρόγραφα που είχαν μέχρι τότε διατηρηθεί (καύση από τον Μεχμέτ Εμίν χειρογράφων από το ναό της Αγίας Σοφίας). Η επώδυνη αυτή κατάσταση θα κατευνάσει κάπως, μόνο όταν ο τούρκος διοικητής Μεχμέτ Εμίν θα αντικατασταθεί (18/8/1823) από τον Ιμπραήμ πασά. Όμως οι επιπτώσεις είναι βαθύτερες, εφόσον αδιαμφισβήτητα σημειώνεται εξασθένηση του πληθυσμού των χριστιανών, εισροή μουσουλμάνων, σλάβων και εβραίων στην πόλη και ιδίως αφού μειώνεται στο έπακρο η κίνηση στο λιμάνι, μέχρι τουλάχιστον το 1835.
Τα επόμενα ιστορικά γεγονότα, με τη σύσταση του ελληνικού κράτους (1830), με την οικονομική διείσδυση των Ευρωπαίων στην Ανατολή και στη Μακεδονία (αγλοτουρκική εμπορική σύμβαση Balta-Liman 1838), με τη δημοσίευση του Hatti Serif Gulhane (1839) και με τη λήξη του κριμαϊκού πολέμου (1853-1856), οπότε η Τουρκία αναγκάζεται να εκδώσει το Hatti Humayun (1856), μεταβάλλουν ουσιαστικά τα πράγματα. Ο διορισμός από το ελληνικό κράτος προξένου (Θ. Βαλλιάνος 2/2/1835) στη Θεσσαλονίκη με αρμοδιότητα σ’ όλη τη Μακεδονία δημιουργεί αμεσότερο σύνδεσμο και καλλιεργεί την αίσθηση βοήθειας και προστασίας, ενώ οι διοικητικές μεταρρυθμίσεις με το Hatti Humayun (1856) επιφέρουν σημαντική βελτίωση στο σύστημα αυτοδιοίκης των χριστιανών. Έτσι, με βάση: τη διατήρηση των υπαρχόντων προνομίων, το δικαίωμα υποβολής στην Υψηλή Πύλη από κάθε θρησκευτική κοινότητα σχεδίου μεταρρυθμίσεων και βελτιώσεων των προνομίων, τους «Γενικούς Κανονισμούς περί διευθετήσεως των εκκλησιαστικών και εθνικών πραγμάτων των κατά τον Οικουμενικόν Θρόνον διατελούντων Ορθοδόξων Χριστιανών, υπηκόων της Α.Α. μεγαλειότητος του σουλτάνου» και το νόμο περί βιλαετίων (1865) επιτεύχθηκε τελικά η δημοσίευση (1871) του πρώτου Κανονισμού της κοινοτικής διοίκησης των δημογερόντων Θεσσαλονίκης, που ανανεώθηκε με τους Κανονισμούς 1886, 1892 και 1904, ώστε να ρυθμίζονται πλέον οι λεπτομέρειες του κοινοτικού βίου του εκκλησιαστικού πληρώματος. Η «Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα Θεσσαλονίκης», κατά την ονομασία των κανονισμών, διέθετε κυρίως δύο θεσμούς, της "Δημογεροντίας" και της "Αντιπροσωπείας", ενώ σημαντικό στοιχείο για τον πνευματικό και καθημερινό βίο του εκκλησιαστικού πληρώματος της Θεσσαλονίκης φαίνεται να αποτελούν οι παράγοντες της Εκκλησίας, της αυτοδιοικούμενης κοινότητας και των συντεχνιακών ενώσεων, μέσα βέβαια στο πλαίσιο της συνύπαρξης με τις άλλες θρησκείες και τα μέλη των άλλων αυτοδιοίκητων κοινοτήτων (60.000 κάτοικοι, 30.000 μουσουλμάνοι, 16.000 χριστιανοί, 12.000 εβραίοι, 2.000 ξένοι έμποροι και 500 οικογένειες ντονμέδες).
Ο ρόλος της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης την περίοδο αυτή, όπως εξάλλου και σ’ όλους τους αιώνες της δουλείας, ήταν εξαιρετικά ευεργετικός, εφόσον υπήρξαν σημαντικοί ιεράρχες που στάθηκαν στο ύψος της αποστολής τους, προωθώντας τα ζητήματα της χριστιανικής κοινότητας. Ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, ως ανώτατος θρησκευτικός αρχηγός και πολιτικός άρχων της πόλης, μέσα στο πλαίσιο των εθναρχικών προνομίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εκτός από το ότι ασκούσε τη διοίκηση της χριστιανικής κοινότητας σε συνεργασία με την 8/μελή Δημογεροντία και την 24/μελή Επιτροπή, ήταν και ποιμενάρχης όλων των χριστιανών που βρισκόταν και στις επισκοπές της δικαιοδοσίας του (Αρδαμερίου, Καμπανίας, Κίτρους, Ρεντίνης, Λυκοστομίου και Πλαταμώνος, Σερβίων, Πέτρας και Ιερισσού). Βέβαια την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, θα πρέπει να σημειωθεί, παρατηρούνται και κάποιες διαφοροποιήσεις σχετικά με τις επισκοπές. Έτσι οι επισκοπές Βεροίας και Κασσανδρείας γίνονται μητροπόλεις, οι επισκοπές Λιτής και Δρουγουβιτίου προσαρτώνται στις εκκλησιαστικές επαρχίες Βεροίας, Καμπανίας και Πολυανής, το 1881 καταργείται η επισκοπή Πλαταμώνος με το ένα μέρος να υπάγεται στην επισκοπή Πέτρας και το άλλο στην επαρχία Λαρίσης (1899), η επισκοπή Σερβίων αποσπάται από την Θεσσαλονίκης και συστήνεται έκτοτε η μητρόπολη Σερβίων και Κοζάνης (1882) και η επισκοπή Πέτρας συγχωνεύεται τελικά με τη μητρόπολη Ελασσώνος και την επισκοπή Κίτρους (1896).
Κάτω από τις προϋποθέσεις λοιπόν αυτές δημιουργείται ένα πλαίσιο ανάπτυξης της Θεσσαλονίκης, εφόσον μαρτυρείται να ξαναζωντανεύει το λιμάνι, να ολοκληρώνεται με βάση τη Θεσσαλονίκη το σιδηροδρομικό δίκτυο (Θεσσαλονίκη – Βελιγράδι 1871-1881, Θεσσαλονίκη Μοναστήριο 1892-1894, Θεσσαλονίκη – Κωνσταντινούπολη 1893-1896), να εγκαινιάζεται η χρήση του τραμ, να κινείται το τραπεζικό κεφάλαιο, να αναπτύσσεται υποτυπωδώς η βιομηχανία και να αναδεικνύονται εμπορικοί οίκοι Ελλήνων (1851 Αργ. Ματθαίου, Θεαγ. Χαρίση, Π. Ρογκότη, Δημ Μπαλάτση, Ιω. Παυλίδη κ.ά.).
Επομένως το ευνοϊκό αυτό περιβάλλον, που δημιουργείται τον 19ο αι. στο χώρο της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας, θα δώσει σημαντική ώθηση αλλά και θα καταγράψει αξιόλογη άνοδο του επιπέδου της πνευματικής ζωής του αλύτρωτου Ελληνισμού, μέσα και στις δυνατότητες για στήριξη και βοήθεια από το συσταθέν ελληνικό κράτος (ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών 1837, ίδρυση Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων 1869). Έτσι, αν το χρονικό διάστημα 1821-1830 είχε διακοπεί η λειτουργία των σχολείων, από τα μέσα του 19ου αι. καταγράφεται κάποια σημαντική εκπαιδευτική κίνηση. Η λειτουργία του "Ελληνικού Σχολείου" με βάση τις αλληλοδιδακτικές μεθόδους (1845), η μεταστέγασή του ως "Ελληνική Σχολή" (1850) στο δωρηθέν οίκημα υπό του εκ Θεσσαλονίκης καταγομένου επισκόπου Σερβίων και Κοζάνης Βενιαμίν (1815-1849), η ίδρυση του "Ανώτερου Κεντρικού Παρθεναγωγείου" σε οίκημα της Μαριγώς Καρανικόλα και επιχορήγηση των Ελισάβετ Καστριτσίου, Θεαγένη Χαρίση κ.ά., η προαγωγή της "Ελληνικής Σχολής" σε "Γυμνάσιο" (1868, το 1869 5/τάξιο και το 1873 7/τάξιο), με τη σπουδαία βιβλιοθήκη του, στην οποία μάλιστα ενσωματώθηκε και η συλλογή βιβλίων και χειρογράφων της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης και συμπεριλήφθηκαν τα βιβλία που έστελνε ο "Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων" από την Αθήνα, η ίδρυση του "Ελληνικού Διδασκαλείου" (1875), του πρώτου ανώτερου εκπαιδευτικού ιδρύματος στην Ανατολή, που κατάρτιζε μαζί με το αναφερθέν "Ανώτερο Κεντρικό Παρθεναγωγείο" τους δασκάλους και τις δασκάλες της Μακεδονίας κ.ά. υπόδουλων επαρχιών, η ίδρυση του "Μαράσλειου Ελληνικού, Πρακτικού και Εμπορικού Λυκείου" (τελ. 19ου αι.) από τον ιερομόναχο Στέφανο Νούκα και τις δωρεές του ευεργέτη Γρ. Μαρασλή και η επανίδρυση του Νυκτερινού Σχολείου (1906) με την πρωτοβουλία του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, μπορούν να συνθέσουν κάποια εικόνα των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της Θεσσαλονίκης την περίοδο αυτή. Η συμμετοχή επίσης των μαθητών σ’ όλα τα σχολεία Θεσσαλονίκης, όπως μαρτυρείται συγκεκριμένα κατά το 1871 (1561μαθητές, 714 αγόρια και 688 κορίτσια από τη Θεσσαλονίκη και 159 αγόρια και κορίτσια από την επαρχία), μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική σε αναλογία με τις ιστορικές συνθήκες, τις περιστάσεις ή τις δυνατότητες που είχε ο καθημερινός βίος των χριστιανών της Θεσσαλονίκης και των εγγύς σ’ αυτήν επαρχιών.
Εκτός από τη σημαντική προσφορά αξιόλογων λογίων ιεραρχών, μητροπολιτών Θεσσαλονίκης και επισκόπων του χώρου της Μακεδονίας, η συμβολή επίσης λόγιων ανδρών καταγράφεται ιστορικά πολύτιμη στη γενική προσπάθεια ανόδου του πνευματικού επιπέδου της ελληνικής παιδείας στο 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Μαργαρίτης Δήμιτσας από την Αχρίδα, φιλόλογος και αρχαιολόγος, συνδέεται με την προαγωγή της Ελληνικής Σχολής σε Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης (1868). Επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ζήλο στην ιστορία και τον πολιτισμό της Μακεδονίας, θεωρείται ο πρώτος που επισημαίνει τη φράση του Στράβωνα «{εστι μ`εν ο@υν ] Ελλάς κα`ι ]η Μακεδονία», συγγράφοντας και το έργο "Μακεδονικά". Ο Δημήτριος Μαρούλης από την Ήπειρο, με σπουδές στη Γερμανία, διευθύνει το Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης (1869) και το όνομά του συνδέεται με τη μεταρρύθμιση των δημοτικών σχολείων Θεσσαλονίκης κατά τα πρότυπα των γερμανικών. Ο Χαρίσιος Παπαμάρκου από τη Βελβενδό (1844-1896), γενικός επιθεωρητής του Υπουργείου Παιδείας της ελεύθερης αργότερα Ελλάδος και συντάκτης εκπαιδευτικών νομοσχεδίων για τη δημοτική εκπαίδευση, φέρεται ιδρυτής και δάσκαλος του Ελληνικού Διδασκαλείου Θεσσαλονίκης (1875-1882) αλλά και συγγραφέας μελετών σχετικών με την εκπαίδευση και τον Πλάτωνα. Το όνομα του Ιωάννη Δέλλιου, σημαντικού εκπαιδευτικού των χρόνων αυτών, συνδέεται με την αναδιοργάνωση των σχολείων Σερρών αλλά και με τη διεύθυνση του Γυμνασίου Θεσσαλονίκης (1888). Ο Πέτρος Παπαγεωργίου (1859-1914), παιδαγωγός και φιλόλογος, γεννημένος στη Θεσσαλονίκη επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο στη φιλολογική έρευνα αλλά και στην περισυλλογή αρχαιολογικών και ιστορικών στοιχείων για τη Θεσσαλονίκη που βρισκόταν διάσπαρτα στην πόλη, θεωρούμενος μάλιστα από τις αντιπροσωπευτικότερες μορφές των ελληνικών γραμμάτων της εποχής στο χώρο της Θεσσαλονίκης και ευρύτερα της Μακεδονίας.
Στο κοινό ταμείο της πνευματικής καλλιέργειας και προόδου γενικά του μακεδονικού Ελληνισμού εκτός από το έμψυχο δυναμικό σημαντική θεωρείται και καταγράφεται η συμβολή των οργανωμένων εκπαιδευτικών, πολιτιστικών και φιλανθρωπικών συλλόγων (Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος 1872, Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών 1871, Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών 1872, Ελληνική Λέσχη 1878, Όμιλος Φιλομούσων 1889, Ομόνοια 1895, Ορφεύς 1901, Εθνικός Σύνδεσμος 1908 κ.ά.), καθώς επίσης και η προσφορά του τύπου, με την ίδρυση και λειτουργία τυπογραφείων (1850, 1852, 1867/8) και την κυκλοφορία εφημερίδων (Ερμής 1875, Φάρος Μακεδονίας 1881-1897, Φάρος Θεσσαλονίκης 1895-1912, Έθνος 1910, Αλήθεια 1903, Μακεδονία 1911 κ.ά.). Ωστόσο δεν μπορεί να αγνοηθεί και η πολύτιμη προσφορά των σπουδαίων εθνικών ευεργετών (ενδεικτική αναφορά: Ιω. Παπάφης 1792-1886, Γρ. Μαρασλής 1831-1907, αδελφοί Θεαγένη 1806-1866 και Δημήτριος Χαρίσης 1814-1887, Ιωάννης Πρασακάκης και Πουλχερία Χαρίση-Πρασακάκη κ.ά) στην αλύτρωτη Θεσσαλονίκη και όχι μόνο, με τη βοήθεια των οποίων ασκήθηκε το έργο της φιλανθρωπίας και καλύφθηκαν οι ανάγκες της ελληνικής παιδείας, σε επίπεδο μάλιστα περίπου όμοιο με εκείνο του ελευθερωμένου τότε τμήματος της Ελλάδος.
Κάτω από την σημειωθείσα πνευματική αυτή πρόοδο του Ελληνισμού της υπόδουλης Θεσσαλονίκης και Μακεδονίας συνειδητοποιείται ακόμη περισσότερο η δεινή κατάσταση της δουλείας, ενώ ενεργοποιείται εντονότερα και ο πόθος του ξεσηκωμού, με βάση την περιρρέουσα ατμόσφαιρα δυσαρέσκειας που επικρατούσε για την τουρκική διοίκηση (αντικατάσταση του σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ 1861-1876 του Μουράτ), το γεγονός της σφαγής των προξένων Γαλλίας και Γερμανίας (6/5/1876) αλλά και το αρνητικό για την Τουρκία κλίμα μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο (1877-1878). Μπροστά από την κατάσταση αυτή η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης πρωτοστατεί στην οργάνωση του αγώνα (ο μητροπολίτης Ιωακείμ οργανώνει μυστικές συνεδριάσεις με τους προκρίτους, καταρτίζει επιτροπές για την εκτίμηση της υπάρχουσας δυναμικότητας, αποστέλλει εμπιστευτικές επιστολές στους ιεράρχες της περιοχής της Μακεδονίας – Κίτρους Νικόλαο, Ιερισσού Θεόκλητο κ.ά - περιοδεύει στο μακεδονικό χώρο, κατευθυνόμενος προς το Άγιον Όρος). Στις προσπάθειες αυτές συμμετέχει ενεργά το ελληνικό προξενείο προετοιμάζοντας το κίνημα για απελευθέρωση (ο πρόξενος Κ. Βατικιώτης επιδίδεται στην αποστολή όπλων και στη συλλογή πληροφοριών και μηνυμάτων από κάθε γωνιά της μακεδονικής γης). Αν όμως στην περιοχή της Χαλκιδικής δεν υπάρχει αποτέλεσμα, καθότι οι Τούρκοι υποπτεύονται τις κινήσεις του μητροπολίτη Ιωακείμ, η περιοχή του Ολύμπου με πρωτοβουλία του επισκόπου Κίτρους Νικολάου και των προκρίτων της περιοχής κατορθώνει να ξεσηκωθεί (8/1/1878), μα δέχεται βαριές συνέπειες από τους κρατούντες με φρικαλεότητες και την αναγκαστική φυγή των κατοίκων. Το μεγάλο αυτό προσφυγικό κύμα δέχεται η Θεσσαλονίκη, ενώ το έργο της φιλανθρωπίας και της περίθαλψης αναλαμβάνει υπεύθυνα η μητρόπολη αλλά και το ελληνικό προξενείο.
Αν όμως στα τέλη του 19ου αι. η Θεσσαλία και μέρος της Ηπείρου κατορθώνουν να ενταχθούν στο ελεύθερο τμήμα της Ελλάδας (1881), η Θεσσαλονίκη και ευρύτερα ο χώρος της Μακεδονίας συνεχίζουν να μένουν κάτω από την οθωμανική κυριαρχία. Ωστόσο, ενώ οι μεγάλες δυνάμεις επιδεικνύουν εντονότερο το ενδιαφέρον τους γι’ αυτές, οι προς τα νότια βλέψεις της Βουλγαρίας αλλά και τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα (βουλγαρικό σχίσμα 1870, ίδρυση βουλγαρικού κράτους 1878, πραξικοπηματική κατάληψη της Αν. Ρωμυλίας 1885, δημιουργία βουλγαρικής συνοικίας στη Θεσσαλονίκη) δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για περαιτέρω αναβρασμό ή και ένοπλη ακόμη δράση των Βουλγάρων (ομάδες βουλγαρικού κομιτάτου) στο χώρο της Μακεδονίας με κέντρο τη Θεσσαλονίκη. Μπροστά από τη σκληρή ένοπλη αυτή πάλη (βούλγαροι κομιτατζήδες), τις αποτυχημένες απόπειρές τους (1902 και 1903) και τις τρομοκρατικές δράσεις τους μέσα στη Θεσσαλονίκη, σύσσωμη η αντίδραση του Ελληνισμού γράφει σημαντικές σελίδες του κυρίως μακεδονικού αγώνα (1904-1908). Ο καταρτισμός ένοπλων ομάδων από την ελληνική κυβέρνηση του Γ. Θεοτόκη, η τροφοδοσία πολεμικού υλικού και οι συνεννοήσεις του ελληνικού προξενείου, οι μυστικές ενέργειες και η καλλιέργεια του ακμαίου φρονήματος του λαού μέχρι αυτοθυσίας από την Εκκλησία σε επίπεδο μητρόπολης και επισκοπών (εθνομάρτυρες ιεράρχες: Κίτρους Νικόλαος 1840-1883, Πελαγονίας Ιωακείμ Φορόπουλος 1859-1909, Κασσανδρείας Ειρηναίος 1864-1945, Ξάνθης και μετέπειτα Θεσσαλονίκης Ιωακείμ Σγουρός 1864-1912, Καστορίας Γερμανός Καραβαγγέλης 1866-1935, Δράμας Χρυσόστομος Καλαφάτης 1867-1922, Γρεβενών Αιμιλιανός 1877-1911 κ.ά.) και η ολόθυμη συμμετοχή πλείστων ιερωμένων λογίων, δασκάλων και απλών ανθρώπων στον ιερό σκοπό είχε ως αποτέλεσμα την αναπτέρωση των ελπίδων του Ελληνισμού για την οριστική κατόπιν απελευθέρωση.
Ωστόσο ο ιδεολογικός χώρος της Θεσσαλονίκης δέχεται τις επιδράσεις από τα κοινωνιστικά ιδεολογικά ρεύματα της Ευρώπης με αποτέλεσμα να ξεσπάσει η πολιτική επανάσταση των Νεοτούρκων (23/7/1908) που επαγγελόταν συναδέλφωση όλων των εθνοτήτων της Μακεδονίας, σεβασμό των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, ισότητα και ελευθερία όλων και παροχή συντάγματος. Από τον Ιανουάριο όμως του 1910 αποκαλύπτεται το πραγματικό περιεχόμενο της πολιτικής γραμμής των Νεοτούρκων (ψήφιση αντεργατικών νόμων, δίωξη στελεχών εργατικών σωματείων κ.λ.π.), οπότε ουσιαστικά γίνεται φανερός ο εθνικιστικός στόχος και η προσπάθεια σταδιακής απορρόφησης των άλλων εθνοτήτων από τους Τούρκους, καθώς και η κατάργηση των προνομίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Συνέπεια αυτών των δεδομένων είναι η πρόκληση και πάλι των έντονων αντιθέσεων των εθνοτήτων και τελικά ο σχηματισμός κοινού μετώπου των βαλκανικών κρατών κατά της Τουρκίας με τους βαλκανικούς πολέμους.
Στις 26 Οκτωβρίου 1912 επέρχεται το ευνοϊκό αποτέλεσμα με την υπογραφή από τον Χασάν Ταχσίν πασά του πρωτοκόλλου παράδοσης της Θεσσαλονίκης στο διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο, ενώ η πόλη αρχίζει να μεταμορφώνεται σημαντικά, αποκτώντας ξανά το χριστιανικό της χαρακτήρα. Αν όμως επανέρχεται η ορθόδοξη λατρεία στους χριστιανικούς πλέον ναούς και αν αναλαμβάνεται επισταμένη φροντίδα για την περισυλλογή όλων των διασωθέντων κειμηλίων, των ιστορικών πηγών και των μνημείων του ελληνικού πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, το ενδιαφέρον των ξένων (Βουλγαρίας, Σερβίας και εβραίων) για την πόλη και το μακεδονικό χώρο δεν παύει, αλλά αντίθετα αυξάνει. Οι υπερβολικές απαιτήσεις της Βουλγαρίας, που εποφθαλμιά τη Θεσσαλονίκη αξιώνοντας δικαιώματα, θα οδηγήσουν σε πολεμικές συγκρούσεις με κατάληξη τον νικηφόρο για την Ελλάδα τερματισμό των βαλκανικών πολέμων (Συνθήκες: Λονδίνου 17/5/1913, Βουκουρεστίου 28//7/1913, Ελληνοτουρκική συνθήκη Αθηνών 1/11/1913, απόφαση των μεγάλων δυνάμεων 31/1/1914) και ουσιαστικά την οριστική ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας στο έδαφος της ελεύθερης Ελλάδας.

ΣΤ΄ Η ΝΕΟΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Αν για τα ευρωπαϊκά ιστορικά δεδομένα η περίοδος από το γαλλογερμανικό (1870) μέχρι τον α΄ παγκόσμιο πόλεμο (1914) μπορεί να χαρακτηρισθεί ως περίοδος ισορροπίας, παρά τις έντονες τάσεις αύξησης των εξοπλισμών, τις προστριβές και τους συνασπισμούς μεταξύ των κρατών, για τον διευρυμένο μετά τους βαλκανικούς πολέμους ελληνικό χώρο (κυριαρχία νησιών πλην Ίμβρου και Τενέδου και σύνορα μέχρι το Νέστο ποταμό) τα γεγονότα συνθέτουν την αντίθετη εικόνα, τόσο του πολιτειακού και του εκκλησιαστικού χώρου, όσο και της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης. Η διαφωνία Ελ. Βενιζέλου (συμμετοχή της Ελλάδας παρά το πλευρό των δυτικών συμμάχων, "Entente", ως ευκαιρία πραγματοποίησης του ονείρου της "Μεγάλης Ελλάδος") και βασιλιά Κωνσταντίνου (αυστηρή ουδετερότητα στους εμπολέμους), η δημιουργία χωριστού κράτους από τον Βενιζέλο με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη (1916) και το «ανάθεμα» για το Βενιζέλο στην Αθήνα με τη συμμετοχή της συνόδου και των κληρικών, ύστερα από πίεση των επιστράτων («[ Ελευθερί?ω Βενιζέλ?ω [επιβουλευθέντι τ`ην βασιλείαν κα`ι τ`ην πατρίδα, καταδιώξαντι κα`ι φυλακίσαντι [αρχιερε~ις, [ανάθεμα {εστω»), επέφεραν βαθύ διχασμό στον Ελληνισμό αλλά και διοικητική και πνευματική αποδιοργάνωση στον εκκλησιαστικό χώρο των Νέων χωρών.
Ειδικότερα, η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης και οι εκκλησιαστικές επαρχίες γενικά των Νέων χωρών, αποκομμένες λόγω του πολέμου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπου υπάγονταν, αλλά και από τις υπόλοιπες επαρχίες του Ελλαδικού χώρου, βρίσκονταν σε κατάσταση αστάθειας με επιδεινούμενες συνεχώς συνθήκες διοικητικής υπόστασης και πνευματικής πορείας, ενώ η Θεσσαλονίκη γίνεται η εστία για την εξέγερση της ελληνικής ψυχής. Από την άλλη ιεράρχες που δεν αναγνώριζαν το εθνικό κίνημα κατέφευγαν στις περιοχές δικαιοδοσίας της κυρίως Ελλάδος, ενώ άλλοι απομακρύνονταν από τις έδρες τους ως ανεπιθύμητοι από την προσωρινή κυβέρνηση. Μπροστά από την κατάσταση αυτή ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης (1912-1951), μετά και από συνεννόηση με τον πρωθυπουργό Ελ. Βενιζέλο, συγκαλεί (27/2/1917) την επισκοπική υπό την προεδρεία του σύνοδο (μέλη: Κίτρους Παρθένιος, Καμπανίας Διόδωρος, Πολυανής Φώτιος, Αρδαμερίου Ιωακείμ, Ιερισσού και Αγίου Όρους Σωκράτης), προχωρεί στη σύνταξη υπομνήματος που περιέγραφε τη δεινή για την Εκκλησία κατάσταση και καταθέτει το αίτημα για σύγκληση στη Θεσσαλονίκη όλης της ιεραρχίας των Νέων χωρών. Έτσι, με τη σύγκληση της συνόδου αυτής (Απρίλιος - Μάιος 1917, σε εννέα συνεδριάσεις) υιοθετήθηκε λύση ανάγκης που αφορούσε τη ρύθμιση των σχετικών με την εκκλησιαστική διοίκηση και ζωή ζητημάτων των επαρχιών αυτών κατά τις δύσκολες περιστάσεις της χρονικής αυτής περιόδου. Με τη σύσταση του «Εκκλησιαστικού Αρχιερατικού Συμβουλίου» (βάσει του Διατάγματος της κυβέρνησης υπ’ αριθμ. 2386/ 24 Μαΐου 1917), ως προσωρινής μέχρι της πλήρους αποκατάστασης της επικοινωνίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο διοικούσας εκκλησιαστικής Αρχής των επαρχιών των Νέων χωρών, που είχε έδρα τη Θεσσαλονίκη, συγκροτουμένου υπό πέντε κατόπιν εκλογής μελών εξ αρχιερέων, τα οποία εγκρίνονταν από την προσωρινή εθνική κυβέρνηση και πρόεδρο τον έχοντα εκ των πέντε μελών τα πρεσβεία αρχιεροσύνης (πρώτη σύνθεση: πρόεδρος ο Θεσσαλονίκης Γεννάδιος και μέλη οι: Βεροίας Καλλίνικος, Μυτιλήνης Κύριλλος, Κασσανδρείας Ειρηναίος, Πέτρας Τίτος), ρυθμίζονταν ζητήματα διοικητικής φύσης, τάξης και ομαλής λειτουργίας της Εκκλησίας, αλλά και διασφαλιζόταν η εκκλησιαστική φροντίδα και μέριμνα για την καλλιέργεια και προαγωγή του πνευματικού επιπέδου των πιστών.
Αν όμως ο ρόλος και η συμβολή του «Εκκλησιαστικού Αρχιερατικού Συμβουλίου» ήταν χρήσιμη για τη διοίκηση των εκκλησιαστικών επαρχιών των Νέων χωρών και τη διευθέτηση των ποικίλων ζητημάτων τους (μέχρι το 1920 που παρατάθηκε η λειτουργία του), η ισχύουσα στην ορθόδοξη Εκκλησία κανονική αρχή «τ`α [εκκλησιαστικά το~ις πολιτικο~ις συμμεταβάλλεσθαι ε{ιωθεν» αποτελούσε τη βάση ανακίνησης του ζητήματος της διοικητικής υπαγωγής των επαρχιών αυτών στην Εκκλησία της Ελλάδος. Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί, το αίτημα αυτό της ελληνικής κυβέρνησης είχε γίνει αποδεκτό από τον οικουμενικό πατριάρχη Γερμανό Ε΄ (1915), εφόσον είχε συσταθεί και αρμόδια επιτροπή για τη σύνταξη της σχετικής πατριαρχικής και συνοδικής πράξης, πλην όμως ο α΄ παγκόσμιος πόλεμος και η προσωρινή κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης επέφεραν τη διακοπή της επικοινωνίας με την τουρκική κυβέρνηση και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, οπότε κατά συνέπεια και τη ματαίωση της ύπαρξης λύσης στο θέμα αυτό. Έτσι, μόλις το 1928 θα εκδοθεί η πατριαρχική και συνοδική πράξη επί πατριάρχου Βασιλείου Γ΄, που παραχωρούσε λόγω ανωτέρων αναγκών και «{αχρι καιρο~υ» τις επαρχίες των Νέων χωρών και της Θεσσαλονίκης στη διοικητική δικαιοδοσία της Εκκλησίας του ενιαίου Ελλαδικού χώρου.
Εντωμεταξύ μεγάλη δοκιμασία αντιμετώπισε η Θεσσαλονίκη με τη μεγάλη πυρκαϊά (5/18 Αυγούστου 1917), αφού καταστράφηκε το μεγαλύτερο τμήμα της πόλης (70.000 άστεγοι, 9.500 οικίες, ιδρύματα, καταστήματα, σχολεία, τζαμιά, συναγωγές, ναοί) και ιδίως αφού κάηκε ο ναός του Αγίου Δημητρίου. Παρά ταύτα η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης ενισχύει την πορεία της πνευματικής καλλιέργειας του κλήρου και του λαού, συστήνοντας με πρόταση του μητροπολίτη Γενναδίου τον «Ιερατικό Σύνδεσμο» (13 Ιουνίου 1918), με στόχο την ευρύτερη και βαθύτερη οργάνωση του λειτουργικού, κατηχητικού και ποιμαντικού έργου των κληρικών και των συνεργατών τους.
Προϊόντος όμως του χρόνου η λήξη του α΄ παγκοσμίου πολέμου (1918) βρίσκει τους Έλληνες αβοήθητους στο χώρο της Μ. Ασίας, αγωνιζόμενους να κρατηθούν στα παράλιά της (1919-1922) με κατάληξη αρνητική, την ισχύσασα ανταλλαγή των πληθυσμών και τη δημιουργία του προσφυγικού ζητήματος. Ο χώρος της Θεσσαλονίκης και πάλι αποβαίνει το κέντρο για την αντιμετώπιση των συνεπειών και της υποδοχής των χιλιάδων προσφύγων, προερχομένων εκτός από το χριστιανικό χώρο της Μ. Ασίας και της Ανατολικής Θράκης και από την περιοχή της Βουλγαρίας, εξαιτίας της ελληνοβουλγαρικής Σύμβασης του Νεϋγύ (27/11/1919). Η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης με την ηγεσία του μητροπολίτη Γενναδίου συνέβαλε καθοριστικά στην πνευματική και εθνική ανασυγκρότηση του αυτόχθονα και προσφυγικού πληθυσμού, στο έργο της φιλανθρωπίας και στην εκτέλεση μεγάλων έργων πολιτισμού, που προκαλούν το θαυμασμό. Η αύξηση του αστικού πληθυσμού, η τόνωση του εμπορίου, η ομαλοποίηση των σχέσεων με την Τουρκία, η ίδρυση του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1926) μπορούν ενδεικτικά να μαρτυρήσουν τη δυναμική αυτή πρόοδο. Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση τροποποιείται και ο εκκλησιαστικός χάρτης της μητροπόλεως Θεσσαλονίκης (1924), περιοριζομένης της γεωγραφικής της έκτασης, εφόσον οι επισκοπές: Κίτρους, Πολυανής, Καμπανίας, Αρδαμερίου, Ιερισσού και Αγίου Όρους προάγονται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο σε μητροπόλεις και ιδρύεται το ίδιο έτος η μητρόπολη Λαγκαδά, που καταργείται (1932) και επανιδρύεται (1966), ενώ η Καμπανίας συγχωνεύεται στις μητροπόλεις Θεσσαλονίκης και Βεροίας.
Ενώ όμως ο Ελληνισμός βρίσκεται στην πορεία του ειρηνικού της ανασυγκρότησης αγώνα, επέρχεται ο β΄ παγκόσμιος πόλεμος, η απόκρουση της φασιστικής Ιταλίας (28 Οκτωβρίου 1940), αλλά και η εισβολή της χιτλερικής Γερμανίας που ακολουθείται από τους Βούλγαρους στην Α. Μακεδονία, με όλες εκείνες τις καταστροφικές συνέπειες, την Κατοχή και τον εμφύλιο. Η Θεσσαλονίκη και πάλι γίνεται το άσυλο και το προπύργιο του βόρειου Ελληνισμού και η Εκκλησία με τις ενέργειες του μητροπολίτη αντιμετωπίζει ψύχραιμα και αποτελεσματικά το πρόβλημα του επισιτισμού του λαού, οργανώνοντας εστίες συσσιτίων (7.000 άνθρωποι την ημέρα έβρισκαν τροφή) αλλά και τονώνοντας το θρησκευτικό και εθνικό αίσθημα, απέναντι στην ξένη προπαγάνδα. Και σήμερα ακόμη πολλοί στη Θεσσαλονίκη αλλά και σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας ενθυμούνται με συγκίνηση τη σωτηρία των ενδεών από την πείνα με τα συσσίτια της Εκκλησίας.
Μετά τον μητροπολίτη Γεννάδιο μία σημαντική εκκλησιαστική φυσιογνωμία θα λαμπρύνει το θρόνο της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης, ο εξ Εδέσσης και Πέλλης μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου (1951-1968). Η πνευματική του κατάρτιση, η σύνεση, οι δημοκρατικές αντιλήψεις και τα ποικίλα χαρίσματα της προσωπικότητάς του θα αποτελέσουν βασικό παράγοντα ενός χωρίς αμφιβολία πολυσχιδούς έργου, που έχει αποτυπωθεί στις υπ’ αυτού ιδρυθείσες μονές (Αγίας Θεοδώρας, Χορτιάτη και Πανοράματος), στα ανεγερθέντα υπ’ αυτού κτιριακά συγκροτήματα, όπως το υπάρχον σήμερα μητροπολιτικό μέγαρο (αποπεράτωση: Ιούλιος 1966) και τα άλλα εκκλησιαστικά και κοινωφελή ιδρύματα, ενός ενδιαφέροντος έργου που έχει καταγραφεί στις σελίδες της εκκλησιαστικής ιστορίας για τις πρωτοβουλίες και ενέργειές του στη διοργάνωση εορτών και συνεδρίων διεθνούς εμβέλειας (ενδεικτική αναφορά: 1900ή επέτειος του κηρύγματος του αποστόλου Παύλου στη Θεσσαλονίκη 1951, 600ή επέτειος από την κοίμηση του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά 1959, 1100ή επέτειος από την κοίμηση του αγίου Κυρίλλου 1966), μιας προσφοράς που προπάντων έχει χαραχθεί βαθειά στη μνήμη των Θεσσαλονικέων ως το έργο του άξιου ποιμενάρχη και του πατρικού συμπαραστάτη του λαού. Όμως η δικτατορική κυβέρνηση της 21ης Απριλίου 1967 με αστήρικτες συκοφαντίες καταδίκασε σε έκπτωση το συνετό ποιμενάρχη, που αποκαταστάθηκε βέβαια μετά την πτώση της δικτατορίας, πλην όμως δεν επαναφέρθηκε στην κανονική του θέση, αλλά αναπαύθηκε εν Κυρίω σε μεγάλη ηλικία μακριά από την αγαπημένη του Εκκλησία της Θεσσαλονίκης. Διάδοχός του (1968) έγινε ο αρχιμανδρίτης Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, που είχε υπηρετήσει ως ιεροκήρυκας πολλά χρόνια στην πόλη. Μετά την πτώση της δικτατορίας και αυτός κηρύχτηκε έκπτωτος και τον διαδέχθηκε (1974) ο από Σάμου και Ικαρίας Παντελεήμων Β΄ ο Χρυσοφάκης.
Οι αυξημένες ποιμαντικές ανάγκες στην περιοχή της μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, μέσα και στο πλαίσιο μιας γενικότερης εκκλησιαστικής αντιμετώπισης των κινδύνων, ιδίως του χιλιασμού και άλλων προπαγανδών, οδηγούν στην εκκλησιαστική απόφαση περιορισμού των ορίων της πολυπληθούς μητροπόλεως. Έτσι, αποσπώνται τα δύο προς Ανατολάς και Δυσμάς αντίστοιχα τμήματα και ιδρύονται δύο νέες μητροπόλεις: Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως, Νέας Κρήνης και Καλαμαριάς (Ν. 411/1974).
Επί της αρχιερατείας του Παντελεήμονα (Χρυσοφάκη) καταγράφονται ιδιαίτερα η επίτευξη της επαναφοράς στη Θεσσαλονίκη από το San Lorenzo in Campo των λειψάνων του αγίου Δημητρίου (1979), οι ενέργειες για ένταξη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο αγιολόγιο της ορθόδοξης Εκκλησίας Θεσσαλονικέων αγίων, όπως του Συμεών αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης και του Νικολάου Καβάσιλα (Χαμαετού), η οργάνωση πολλών σεμιναρίων, ομιλιών και επιστημονικών συνεδρίων, όπως για τους δύο αυτούς αγίους, για το Φιλόθεο Κόκκινο, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, για τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, για τους αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο με την ευκαιρία των 1100 χρόνων από την κοίμηση του αγίου Μεθοδίου και των 2300 χρόνων από την ίδρυση της Θεσσαλονίκης, αλλά και η ανοικοδόμηση του ναού στη μνήμη των Θεσσαλονικέων αδελφών αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, φωτιστών των Σλάβων (Μάιος 1985).
Η μητρόπολη Θεσσαλονίκης σήμερα, ως εκκλησιαστική επαρχία των Νέων χωρών με πνευματική εξάρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και διοικητική σχέση με την Εκκλησία της Ελλάδος (βάσει της πατριαρχικής Πράξης του 1928) και διαρθρωμένη σε 45 περίπου ενορίες, συνεχίζει την ιστορική εκκλησιαστική της πορεία, μέσα στο πλαίσιο των σύγχρονων συνθηκών και της προοπτικής που διαγράφεται ιδίως σ’ ολόκληρο το χώρο της χερσονήσου του Αίμου αλλά και των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο νυν μητροπολίτης, ο από Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος Ρούσας (18/6/2004 κ.ε.) με τον ιερό κλήρο (125 περίπου εφημέριοι), τους συνεργάτες και το λαό, έχοντας στους ώμους την εξέχουσα ιστορική και πνευματική κληρονομιά της τοπικής αυτής Εκκλησίας, όπως εντελώς συνοπτικά σκιαγραφήθηκε στην παρούσα μελέτη, αναπτύσσουν το πολυδιάστατο λειτουργικό, ποιμαντικό, κατηχητικό και διοικητικό εκκλησιαστικό έργο, κάτω από τις ανάγκες και τα αιτήματα που δημιουργούν οι σύγχρονες συνθήκες ζωής αλλά και προπάντων μέσα από τα βήματα της ζωής που απορρέουν από τις αλήθειες της ορθόδοξης παράδοσης. Η καθαρά πνευματική πλευρά του εκκλησιαστικού έργου, η οποία δίδει εσωτερική ζωντάνια στην Εκκλησία ως σώμα Χριστού, μπορεί βέβαια να διαφανεί ή να καταγραφεί και σ’ όλα εκείνα τα ιστορικά στοιχεία που μαρτυρούν και αποδεικνύουν τη συνέχιση της εκκλησιαστικής προσφοράς. Έτσι, το ανακαινιστικό έργο ναών, μονών ιδρυμάτων ή κτιριακών συγκροτημάτων (όπως η ανακαίνιση του επισκοπείου και των γραφείων της μητροπόλεως), η οργανωμένη προβολή και μελέτη του εκκλησιαστικού πολιτισμού (όπως η λειτουργία του Εκκλησιαστικού Μουσείου Θεσσαλονίκης 27/10/2006), η λειτουργία 14 και πλέον σισσιτίων για τις καθημερινές ανάγκες των πτωχών, ενδεών ή διερχομένων, η παρεχόμενη φιλοξενία κληρικών από εκκλησιαστικές επαρχίες Πατριαρχείων και άλλων χωρών, η αναδιοργάνωση οικοτροφείων (Αγίου Αντωνίου) και φοιτητικών ξενώνων («Παναγία η Δεξιά»), καθώς και η ίδρυση και οι σχετικές ενέργειες για ανέγερση ιδρύματος χρονίως πασχόντων στην περιοχή του Δήμου Πανοράματος, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία του σημαντικού έργου και της προσφοράς της μητροπόλεως ιδιαίτερα στο βορειοελλαδικό χώρο.

ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ

1) Γάιος (ἅγιος) 1ος αι. 2) Νικόλαος Α΄ (άγιος) 160 3) Αρτέμιος (άγιος) ; 4) Αλέξανδρος Α΄ (άγιος) 305-335 5) Ιωάννης Α΄ ; 6) Αέτιος 342-347 7) Ειρήνιος 355 8) Παυλίνος ; 9) Αχόλιος ή Ασχόλιος (άγιος) 379-384 10) Ανύσιος (άγιος) 384-407 11) Ρούφος (άγιος) 407-434 12) Αναστάσιος Α΄ (άγιος) 434-451 13) Αυξίθεος ή Ευδόξιος (άγιος) 451-458 14) Ανδρέας (άγιος) 481-494 15) Δωρόθεος Α΄(άγιος) 494-520 16) Αριστείδης 520-535 17) Ηλίας (άγιος) 553 18) Θαλαλεὺς τέλη 6ου αι. 19) Θεοδόσιος Α΄ 585 20) Ευσέβιος 585-603 21) Ιωάννης Β΄(άγιος) 603-610 22) Πλωτῖνος, 616 23) Ιωάννης Β΄(άγιος) 617-626 24) Παύλος Α΄ 649 25) Ιωάννης Γ΄ 680 26) Σέργιος 690 27) Κωνσταντῖνος Α΄ ; 28) Βασίλειος Α΄ 772 29) Θεόφιλος (άγιος) ; - 787 30) Θωμᾶς (άγιος) τέλη η΄- αρχές θ΄αἰ. 31) Ιωσὴφ Α΄, ο στουδίτης (άγιος) 807-809 32) Άγνωστος 809-811 33) Ιωσὴφ Α΄, ο στουδίτης (άγιος) 811-821 34) Λέων, ο φιλόσοφος 839-840 35) Αντώνιος, ο ομολογητὴς (άγιος) 843 36) Βασίλειος Β΄ 843-865 37) Θεόδωρος 866-869 38) Παῦλος Β΄ 880-882 39) Γρηγόριος Α΄ 882 40) Μεθόδιος 889 41) Ιωάννης Δ΄, ο Θεσσαλὸς 892-904 42) Βασίλειος Γ΄, ο ομολογητὴς (άγιος) 904 - ; 43) Ανατόλιος ι΄αι. 44) Ἰσίδωρος Α΄ 1016 45) Νικήτας Α΄ ια΄αι. 46) Θεοφάνης Α΄1031-1038 47) Προμηθεὺς 1038 48) Άγνωστος 1063 49) Θεόδουλος 1086-1107 50) Κωνσταντίνος Β΄ 1110 51) Μιχαὴλ Α΄ 1122 52) Νικήτας Β΄ 1133 53) Βασίλειος Δ΄, ο Αχρίδος 1145-1168 54) Ευστάθιος, ο Κατάφλωρος (άγιος) 1175-1197 ἢ 1198 55) Κωνσταντίνος Γ΄, ο Μεσοποταμίτης 1198-1199 56) Χρύσανθος 1199-1202 57) Κωνσταντίνος Γ΄,ο Μεσοποταμίτης 1204-1223 58) Νικήτας Γ΄ ιγ΄ αι. 59) Ιωσὴφ Β΄ 1232-1235 60) Μιχαὴλ Β΄, ο Παλατάνος 1235 61) Μανουὴλ 1235-1261 62) Ιωαννίκιος, ο Κυδώνης 1261 63) Δημήτριος 1282-1285 64) Ιγνάτιος Α΄ 1285- ; 65) Ιάκωβος Α΄ 1299 66) Ιερεμίας 1315-1322 67) Ευφημιανὸς 1322 68) Ιωάννης Ε΄, ο Καλέκας 1322-1334 69) Γρηγόριος Β΄ 1334 70) Γλαβάς 1339-1340 71) Μακάριος Α΄ 1342-1346 72) Γρηγόριος Γ΄, ο Παλαμάς (άγιος) 1347-1359 73) Νείλος, ο Καβάσιλας (άγιος) 1360-1361 74) Νικόλαος Β΄, ο Καβάσιλας (άγιος) 1361-1363 75) Άγνωστος 1363-1371 76) Δωρόθεος Β΄ 1371-1379 77) Ισίδωρος Β΄, ο Γλαβάς (άγιος) 1379-1393 78) Γαβριὴλ Α΄ (άγιος) 1393-1410 79) Συμεών, ο μυσταγωγός (άγιος) 1410-1429 80) Γρηγόριος Γ΄ 1430 81) Νήφων (άγιος) 1450-1484 82) Μακάριος Β΄ 1517-1536 83) Θεωνάς, ο από Ηγουμένων (άγιος) 1538-1541 84) Μητροφάνης ο από Βεροίας 1541 85) Θεοφάνης Β΄ 1544 86) Γρηγόριος - Δαβὶδ ιστ΄αι. 87) Θεωνάς Β΄ ο από Παροναξίας 1560-1565 88) Ιωάσαφ Α΄ 1565-1578 89) Μητροφάνης 1585 90) Γαβριὴλ Β΄ 1594 91) Ματθαίος Α΄ 1596 92) Ιωάσαφ Β΄, ο Αργυρόπουλος 1596 93) Σωφρόνιος Α΄ 1606 94) Ζωσιμάς 1607 95) Παρθένιος 1611 96) Αθανάσιος Α΄ 1622-1634 97) Δαμασκηνός Α΄ 1634-1636 98) Καλλίνικος Α΄ 1636-1639 99) Θεόκλητος 1645-1651 100) Ιωακεὶμ Α΄ 1651-1666 101) Διονύσιος 1666-1671 102) Αναστάσιος Β΄ 1671 103) Μελέτιος Α΄ 1674-1680 104) Νεόφυτος, ο Δαμαλάς εκ Χίου 1680-1687 105) Μεθόδιος 1687-1696 106) Ιγνάτιος Β΄ 1698-1712 107) Ιάκωβος Β΄ 1712 108) Ιγνάτιος Β΄ 1723 109) Ανανίας 1728 110) Ιωακεὶμ Β΄ 1734-1744 111) Γαβριήλ Γ΄ 1745-1752 112) Σπυρίδων 1760-1761 113) Νεόφυτος Α΄ 1767 114) Θεοδόσιος Β΄ 1767-1769 115) Δαμασκηνός Β΄ 1769-1780 116) Ιάκωβος Γ΄ 1780 117) Γεράσιμος 1788-1815 118) Ιωσὴφ Γ΄, ο Ιερομάρτυς (άγιος) 1815-1821 119) Ματθαίος Β΄ 1821-1824 120) Μακάριος Γ΄ 1824-1830 121) Μελέτιος Β΄ 1830-1841 122) Ιερώνυμος 1841-1853 123) Καλλίνικος Β΄ 1853-1861 124) Νεόφυτος Β΄ 1861-1874 125) Ἰωακεὶμ Γ΄, ο μετέπειτα οικουμενικός πατριάρχης 1874-1878 126) Καλλίνικος Γ΄, ο Φωτιάδης 1878-1884 127) Γρηγόριος Δ΄, ο Καλλίδης (άγιος) 1885-1889 128) Σωφρόνιος Β΄ 1889-1893 129) Αθανάσιος Β΄, ο Μεγακλής 1893-1903 130) Αλέξανδρος Β΄, ο Ρηγόπουλος 1903-1910 131) Ιωακεὶμ Δ΄, ο Σγουρός 1910-1912 132) Γεννάδιος, ο Αλεξιάδης 1912-1951 133) Παντελεήμων Α΄, ο Παπαγεωργίου 1951-1968 134) Λεωνίδας, ο Παρασκευόπουλος 1968-1974 135) Παντελεήμων Β΄, ο Χρυσοφάκης 1974-2003 136) Άνθιμος, ο Ρούσας 2004-
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αγγελόπουλου Α., «Το εκκλησιαστικόν καθεστώς των μητροπόλεων της Βορείου Μακεδονίας από του 1913 μέχρι σήμερον», Μακεδονικά 15, (ανάτυπο), Θεσσαλονίκη 1975, σ.28-44 ∙ Του ίδιου, «Το Ιστορικόν Αρχείον της μητροπόλεως Θεσσαλονίκης», Μακεδονικά 15 (1975), σ. 361-365 ∙ Του ίδιου Η επισκοπική σύνοδος της μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Αθήναι 1977 ∙ Του ίδιου, Η Εκκλησία των Νέων Χωρών από της απελευθερώσεώς των μέχρι του 1928, Θεσσαλονίκη 1980 ∙ Του ίδιου, Η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2005 ∙ Αγίου Δημητρίου θαύματα, οι συλλογές αρχιεπισκόπου Ιωάννου και Ανωνύμου - Ο βίος, τα θαύματα και η Θεσσαλονίκη του Αγίου Δημητρίου, Θεσσαλονίκη 1997 ∙ Αδαμαντίου Αδ., Η βυζαντινή Θεσσαλονίκη, εν Αθήναις 1914 ∙ Βαβούσκου Κ., Η νομοκανονική υπόστασις των μητροπόλεων των Νέων Χωρών, Θεσσαλονίκη 1972 ∙ Του ίδιου, «Έγγραφα στοιχεία σχετικά προς την νομοκανονικήν υπόστασιν των μητροπόλεων των Νέων Χωρών», ΕΕΣΝΟΕΠΘ, τ. ΙΖ΄, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 83-101 ∙ Βακαλόπουλου Απ., Ιστορία της Θεσσαλονίκης 316-1983, Θεσσαλονίκη 1983 ∙ Του ίδιου, Ιστορία της Μακεδονίας 1354-1833, Θεσσαλονίκη 1992 ∙ Του ίδιου, «Συμβολή στην ιστορία της Θεσσαλονίκης επί Βενετοκρατίας», Τόμος Κωνσταντίνου Αρμενοπούλου, Θεσσαλονίκη 1952, σ. 137-141 ∙ Του ίδιου, «Οι δημοσιευμένες ομιλίες του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ισιδώρου ως ιστορική πηγή για την γνώση της πρώτης τουρκοκρατίας (1387-1402)», Μακεδονικά 4(1955-60), σ. 20-34 ∙ Βακαλόπουλου Κ., «Χριστιανικές συνοικίες, συντεχνίες και επαγγέλματα της Θεσσαλονίκης στα μέσα του 19ου αιώνα», Μακεδονικά, 18 (1978), 103-142 ∙ Βασραβέλλη Ι., Η Θεσσαλονίκη κατά τον αγώνα της ανεξαρτησίας, Θεσσασλονίκη 1946 ∙ Του ίδιου, Ιστορικά αρχεία Μακεδονίας, Α΄Αρχείον Θεσσαλονίκης 1695-1912, Θεσσαλονίκη 1952, Γ΄ Αρχείον μονής Βλατάδων 1446-1839, Θεσσαλονίκη 1955, Ο λιμός της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1959 ∙ Γερμανού Καραβαγγέλη, Ο Μακεδονικός Αγών. Απομνημονεύματα. Αρχείον Μακεδονικού Αγώνος Πηνελόπης Δέλτα, επιμ. Β. Λαούρδα, ΙΜΧΑ, 25, Θεσσαλονίκη 1959 ∙ Γερομιχαλού Α., Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος τ. Α΄, Θεσσαλονίκη 1973 ∙ Του ίδιου, «Η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης κατά τον τέταρτον αιώνα», Γρηγόριος ο Παλαμάς, (ανάτυπο), Θεσσαλονίκη 1961 ∙ Του ίδιου, Εθνομάρτυρες ιεράρχαι του μακεδονικού Αγώνος, Θεσσαλονίκη 1975 ∙ Γιαγκιόζη Φαιδ., Ο Παναγιότατος, Θεσσαλονίκη 2005 ∙ Γλαβίνα Απ., Το μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας (= ΕΕΘΣΠΘ, Παράρτ. Αρ. 33 του 26ου τόμ. 1981), Θεσσαλονίκη 1983 ∙ Του ίδιου, «Θεωνάς Α΄ ο από ηγουμένων μητροπολίτης Θεσσαλονίκης», Μακεδονικά 12 (1972), σ. 270-282 ∙ Του ίδιου, Η ιερατική Σχολή Αγίας Αναστασίας της Φαρμοκολυτρίας (1918-1971), Θεσσαλονίκη 1991 ∙ Του ίδιου, «Θεωνάς Β΄ ο από Παροναξίας μητροπολίτης Θεσσαλονίκης», Γρηγόριος ο Παλαμάς 56 (1973), σ. 233-248 ∙ Του ίδιου, «Μητροπολίται τινές Θεσσαλονίκης κατά τον ΙΣΤ΄αιώνα», ΕΕΘΣΠΘ 10 (1975), σ. 284-329 ∙ Γουγούση Χ.Γ., «Αι περί καταλήψεως της Θεσσαλονίκης υπό των Τούρκων παραδόσεις», Μακεδονικόν Ημερολόγιον, Αθήναι 2 (1909), σ. 103-107 ∙ Dennis G.I., «The Reign of Manuel II Palaeologus in Thessalonica, 1382-1387», Orientalia Christiana Analecta 159, Rome 1960 ∙ Δημητριάδη Β., Τοπογραφία της Θεσσαλονίκης κατά την εποχή της τουρκοκτρατίας, Θεσσαλονίκη 1983 ∙ Ευσρατιάδη Σοφρ., «Κατάλογος των εν τη Μονή Βλατάδων αποκειμένων κωδίκων», Γρηγόριος ο Παλαμάς 2 (1918), σ. 97-107, 224-237, 274-283, 326-330, 386-404 … έως 708-717 και 3 (1919), σ. 29-45, 74-91, 137-150 ∙ Ζακυθηνού Δ., «Θεσσαλονίκη, αι βυζαντιναί Αθήναι του Βορρά», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 1985, τ.60, τεύχ. 2, σ.574-575 ∙ Ζαχαρόπουλου Ν., Γρηγόριος Ε΄ Σαφής έκφρασις της εκκλησιαστικής πολιτικής επί τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1974 ∙ Του ίδιου, Η παιδεία στην τουρκοκρατία, Θεσσαλονίκη 1983 ∙ Του ίδιου, Η πνευματική κίνηση του ΙΗ΄ αιώνα στον ελληνικό χώρο μέσα από τη χειρόγραφη παράδοση. Έκδοση ανέκδοτων λυτών χειρογράφων, Θεσσαλονίκη 1984 ∙ Ζιάκα Γρ., «Πνευματικός βίος και πολιτισμός της Θεσσαλονίκης κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας», ανάτυπο, Δ.Θ. Κ.Ι.Θ. 15, σ.91-165, Θεσσαλονίκη 1994 ∙ Η Θεσσαλονίκη, Δ.Θ. Κ.Ι.Θ., 1, Θεσσαλονίκη 1985 ∙ Η Θεσσαλονίκη και ο Ευρύτερος Χώρος, Πρακτικά Πανελληνίου Συνεδρίου, Ε.Μ.Σ., Θεσσαλονίκη 2005 ∙ Θεοχάρη Μ.Σ., «Ψηφιδωτή εικών του Αγίου Δημητρίου και η ανεύρεσις των λειψάνων του αγίου εις Ιταλίαν, Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών 53 (1978), σ. 508-536 ∙ Θεοχαρίδου Γ.Ι., «Οι ιδρυταί της εν Θεσσαλονίκη μονής των Βλατάδων», Τιμητικός τόμος εις Άγιον Γρηγόριον Παλαμάν 1359-1959, Θεσσαλονίκη 1959, σ. 49-70 ∙ Του ίδιου, Ιστορία της Μακεδονίας κατά τους Μέσους χρόνους 285-1354, Θεσσαλονίκη 1980 ∙ Του ίδιου, «Ο Ματθαίος Βλάσταρις και η Μονή του κυρ-Ισαάκ εν Θεσσαλονίκη», Byzantion 40 (1970), σ. 437-459 ∙ Του ίδιου, «Σίρμιον ή Θεσσαλονίκη (Επανεξέτασις μιας κριτικής εξετάσεως της περί του Αγίου Δημητρίου παραδόσεως), Μακεδονικά 16 (1976), σ. 269-308 ∙ Του ίδιου, «Μία εξαφανισθείσα μεγάλη μονή της Θεσσαλονίκης. Η μονή του Προδρόμου», Μακεδονικά 18 (1978), σ. 1-26 ∙ Του ίδιου, «Μία εξαφανισθείσα σημαντική μονή της Θεσσαλονίκης. Η μονή Φιλοκάλλη», Μακεδονικά 21 (1981), σ. 319-348 ∙ Θεσσαλονίκη 1912-1962, Συλλογικός τόμος για τα 50 χρόνια από την απελευθέρωσή της, Θεσσαλονίκη 1962 ∙ Θεσσαλονίκη. 2300 χρόνια, Θεσσαλονίκη 1985 ∙ Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτη, μητρ. Θεσσαλιώτιδος, «Η επανάστασις του 1878 και ο επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος», Θεολογία Θ΄(1931), σ. 249-255, Ι΄(1932), σ. 140-142, ΙΑ΄(1933), σ. 276 ∙ Καραθανάση Α., Θεσσαλονίκη και Μακεδονία 1800-1825. Μία εικοσιπενταετία εν μέσω θυέλλης. Θεσσαλονίκη, 1996 ∙ Του ίδιου, Θεσσαλονίκεια και Μακεδονικά. Πόλεις και πρόσωπα της Μακεδονίας (14ος -20ος αιώνας), τ. Β΄, Θεσσαλονίκη, 2006 ∙ Του ίδιου., Ιωακείμ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Η επίσημος αλληλογραφία 1874 – 1876, Θεσσαλονίκη 2002 ∙ Καραθανάση Α. – Τριανταφυλλίδη Γ. αρχιμ., Η επισκοπική σύνοδος της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης (19ος-20ος αι.), Θεσσαλονίκη 1994 ∙ Κίσσα Σ., «Η μονή της Μικρής Αγίας Σοφίας στη Θεσσαλονίκη», Θεσσαλονίκη, 1, Δ.Θ. Κ.Ι.Θ., Θεσσαλονίκη, 1985, σ. 325-340 ∙ Κονιδάρη Γερ., Η Ελληνική Εκκλησία ως πολιτιστική δύναμις εν τη ιστορία της χερσονήσου του Αίμου, Αθήναι 1948 ∙ Του ίδιου, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος από της ιδρύσεως αυτής υπό του αποστόλου Παύλου μέχρι σήμερον, τ. Α΄, Β΄, Αθήνα 2011 ∙ Κυριακίδου Στιλπ., Θεσσαλονίκια μελετήματα, Θεσσαλονίκη 1939 ∙ Κωτσιόπουλου Κ., Το κίνημα των Ζηλωτών στην Θεσσαλονίκη (1342-1349): Θεολογική και Κοινωνιολογική διερεύνηση, Θεσσαλονίκη 1997 ∙ Λαούρδα Β., Ισιδώρου Θεσσαλονίκης ομιλίαι εις τας εορτάς του αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1954 ∙ Του ίδιου, Η κλασική φιλολογία εις την Θεσσαλονίκην κατά τον δέκατον τέταρτον αιώνα, Θεσσαλονίκη 1960 ∙ Του ίδιου, «Ο συμβουλευτικός προς Θεσσαλονικείς του Μανουήλ Παλαιολόγου», Μακεδονικά 3 (1953-55), σ. 295-302 ∙ Του ίδιου, «Βυζαντινά και μεταβυζαντινά εγκώμια εις τον Άγιον Δημήτριον», Μακεδονικά 4 (1955-1960), σ. 47-160 ∙ Λέτσα Α., Ο Αιμιλιανός Γρεβενών και το Νεοτουρκικόν κομιτάτον, ΙΜΧΑ, 72, Θεσσαλονίκη 1964 ∙ Του ίδιου, Ιστορία της Θεσσαλονίκης, τ. 1, 1961, τ. 2 1963, Θεσσαλονίκη ∙ Λυριτζή Γ., Ο όσιος Νικάνωρ και το Μοναστήρι του, Κοζάνη 1962 ∙ Μακεδονία, Συλλογικός τόμος Εκδοτικής Αθηνών, 1982 ∙ Μακεδονία – Θεσσαλονίκη, Αφιέρωμα τεσσαροκονταετηρίδος, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1980 ∙ Μαμαλάκη Ι., «Η επανάσταση στη Χαλκιδική το 1821», Χρονικά Χαλκιδικής 1 (1961), σ. 41 κ.ε. ∙ Meyendorff, St. Gregory Palamas and Orthodox Spirituality, 1974, St Vladimir's Seminary Press ∙ Μεταλληνού Γ., πρωτοπρ., Ησυχαστές και Ζηλωτές - Πνευματική ακμή και κοινωνική κρίση στον Βυζαντινό 14ο αιώνα, Αθήνα 1995 ∙ Μοσκώφ Κ., Εισαγωγή στην ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης, Θεσσαλονίκη 1979 ∙ Του ίδιου, Θεσσαλονίκη 1700-1912. Τομή της μεταπρατικής πόλης, Αθήνα 1974 ∙ Moσχόπουλου Νικηφ., «Η Ελλάς κατά τον Εβλιά Τσελεμπή ∙ μια τουρκική περιγραφή της Ελλάδος κατά τον ΙΖ΄αιώνα», ΕΕΒΣ 14 (1938), σ. 486-514, 15 (1939), σ. 145-181, 16 (1940), σ. 321-363 ∙ Μπούρα Χαρ. «Το επιτύμβιο του Λουκά Σπαντούνη στη βασιλική του Αγ. Δημητρίου Θεσσαλονίκης», ΕΕΠΣΠΘ 6 (1973), σ. 3-63 ∙ Μυστακίδου Β.Α., «Διάφορα περί Θεσσαλονίκης σημειώματα. Η μονή των Βλαταίων και τα εν αυτή έγγραφα, μητροπολίται Θεσσαλονίκης, επισκοπαί κ.λ.π.», ΕΦΣΚ 27 (1900), σ. 369-388 ∙ Nehama Jos., Histoire des Israelites de Salonique, , 1-4, Paris 1935-36, 5, Thessaloniki 1959, 6-7, Thessalonique 1978 ∙ Παπαδόπουλου Αντ., Θεσσαλονικείς συνεργάται του Αποστόλου Παύλου, Θεσσαλονίκη ∙ Παπαδόπουλου Γ., Η σύγχρονος ιεραρχία της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, Αθήναι 1895 ∙ Παπαδόπουλου Στ. Ι., Εκπαιδευτική και κοινωνική δραστηριότητα του ελληνισμού της Μακεδονίας κατά τον τελευταίο αιώνα της τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1970 ∙ Παπαδριανού Ι., «Η άλωση της Θεσσαλονίκης στα 1430 και ο Σέρβος δεσπότης Γεώργιος Μπράνκοβιτς», Μακεδονικά 8 (1968), σ. 401-405 ∙ Παπάζογλου Α.Ν., «Η Θεσσαλονίκη κατά τον Μάϊο του 1821», Μακεδονικά 1 (1940), σ. 417-428 ∙ Παπαστάθη Χ., Κανονισμός των ορθοδόξων ελληνικών κοινοτήτων του οθωμανικού κράτους και της διασποράς, τ. Α΄, Θεσσαλονίκη 1984 ∙ Του ίδιου, «Εκκλησιαστική οργάνωση – κοινοτική αυτοδιοίκηση [της Μακεδονίας]», Μακεδονία. 4000 Χρόνια Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού, Αθήνα 1982, σ. 490-493 ∙ Του ίδιου, «Ο κοινοτισμός στην Μακεδονία υπό το καθεστώς των "Εθνικών Κανονισμών", Η διαχρονική πορεία του κοινοτισμού στη Μακεδονία», Θεσσαλονίκη 1991 ∙ Του ίδιου, «Τα πρώτα ελληνικά τυπογραφεία της Θεσσαλονίκης» Μακεδονικά 8 (1968), σ. 239-256 ∙ Του ίδιου, Θεσσαλονίκεια και Μακεδονικά Ανάλεκτα, Θεσσαλονίκη 1999 ∙ Παρανίκα Μ., Σχεδίασμα περί της εν τω ελληνικώ έθνει καταστάσεως των γραμμάτων από της αλώσεως Κωνσταντινουπόλεως (1453 μ.Χ.) μέχρι των αρχών της ενεστώσης (ΙΘ΄) εκατονταετηρίδος, Κωνσταντινούπολις 1867 ∙ Πελεκίδη Σ., Από την πολιτεία και την κοινωνία της αρχαίας Θεσσαλονίκης. Επιγραφική μελέτη, Θεσσαλονίκη 1934 ∙ Πουλάκη Παρθ. αρχιμ., «Ιωάννης ο Παπάφης και τα έργα αυτού», Γρηγόριος ο Παλαμάς 2, 1918 ∙ Saias J., La Grece et les Israelites de Salonique, Paris 1919 ∙ Σιγάλα Αντ., «Νικήτα αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης εις τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου», ΕΕΒΣ 12 (1936), σ. 317-360 ∙ Σοφιανού Δ. Ζ., «Ο νεομάρτυς Μιχαήλ εξ Αγράφων (+ 1544 Θεσσαλονίκη) και ο συντάκτης του βίου του», Byzantinisch – Neugriechische Jahrbucher, t. 21 (1971-72), Athen 1973, σ. 233-247 ∙ Στογιόγλου Γ., Η εν Θεσσαλονίκη Πατριαρχική μονή των Βλατάδων, Θεσσαλονίκη 1971 ∙ Στυλιάδη Χ.Ι., Μακεδονική Ιστοριογραφία. Δοκίμιο αρχαίας – βυζαντινής – νεωτέρων χρόνων, Θεσσαλονίκη χ.χ. ∙ Ταγαράκη Ι.Α., Το φιλανθρωπικό έργο στην ελληνική ορθόδοξη κοινότητα Θεσσαλονίκης (1840-1928), Θεσσαλονίκη 1994 ∙ Tafrali O., Thessalonique au XIXe siècle, Paris 1913 ∙ Τάττη Κ., «Ιστορικές σελίδες της Θεσσαλονίκης», Μακεδονικόν Ημερολόγιον, Θεσσαλονίκη 1915 ∙ Ταχιάου Αντ.-Αιμ., «Περί καταργήσεως των αρχιεπισκοπών Αχρίδος και Πεκίου επί Γενναδίου του Σχολαρίου», Γρηγόριος ο Παλαμάς 46 (1963), σ. 202-211 ∙ Του ίδιου, «Η πνευματική κληρονομιά του Κυρίλλου και Μεθοδίου στους Σλάβους», Μακεδονία – Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 165-190 ∙ Του ίδιου, Κύριλλος και Μεθόδιος. Οι αρχαιότερες βιογραφίες των Θεσσαλονικέων εκπολιτιστών των Σλάβων, Θεσσαλονίκη 2008 ∙ Τσάρα Ι., «Η Θεσσαλονίκη από τους Βυζαντινούς στους Βενετσιάνους (1423-1430), Μακεδονικά 17 (1977), σ. 85-123 ∙ Τσάρα Γ., Διήγησις περί της τελευταίας αλώσεως της Θεσσαλονίκης. Μονωδία επί τη αλώσει της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1958 ∙ Τσιρπανλή Κ., «Συμβολή εις την ιστορίαν της Θεσσαλονίκης. Δύο ανέκδοτοι ομιλίαι Ισιδώρου αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης , Θεολογία, ανάτυπο, 1971 ∙ Τσούρκα-Παπαστάθη Δέσπ., «Ανέκδοτα δικαιοπρακτικά έγγραφα περί βακουφικών αστικών ακινήτων της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης (1829-1906)», Αφιέρωμα εις τον Κωνσταντίνον Βαβούσκον, τ. Α΄, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 445-463 ∙ Χασιώτη Ι., «Σταθμοί και κύρια χαρακτηριστικά της ιστορίας της Θεσσαλονίκης», Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1985, σ. 144 ∙ Χρήστου Π., Ο Γρηγόριος Παλαμάς και η θεολογία εις την Θεσσαλονίκην κατά τον δέκατον τέταρτον αιώνα, Θεσσαλονίκη 1959 ∙ Χριστιανική Θεσσαλονίκη. Η Ιερά Βασιλική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Βλατάδων, Θεσσαλονίκη 2005 ∙ Χριστιανική Θεσσαλονίκη. Πόλις συναντήσεως Ανατολής και Δύσεως, Θεσσαλονίκη 2006 ∙ Χριστιανική Θεσσαλονίκη. Ιστορία, λατρεία και τέχνη του Ιερού Ναού της του Θεού Σοφίας, Θεσσαλονίκη 2007 ∙ Χριστιανική Θεσσαλονίκη. Από τη Β΄στην Γ΄ χιλιετία, Θεσσαλονίκη 2008 ∙ Χριστιανική Θεσσαλονίκη. Άγιοι της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2009 ∙ Χριστοδούλου Χρ., Μουσταφά Κεμάλ: Ο βίος και η πολιτεία του στη Θεσσαλονίκη, 2007 ∙ Χρυσοστόμου Καλαφάτη μητρ. Δράμας, Εκθέσεις περί του Μακεδονικού Αγώνος 1903-1907, επιμ. Β. Λαούρδα, ΙΜΧΑ, 38, Θεσσαλονίκη 1960 ∙ Χρυσόστομου Παπαδόπουλου, αρχιεπ. Αθηνών, Η Εκκλησία της Ελλάδος. Απ’ αρχής μέχρι του 1934, Αθήνα 2000.



ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
(Βιβλιογραφία Θ.Η.Ε., 6ος τόμος, στ. 460-461)
 
1.Γάιος                                      (ἅγιος)     (α΄αἰ.)
2.Νικόλαος Α΄                         (ἅγιος)     (160)
3.Ἀρτέμιος                               (ἅγιος)      (;)
4.Ἀλέξανδρος Α΄                    (ἅγιος)     (305-335)
5.Ἰωάννης Α΄                                            (;)
6.Ἀέτιος                                                      (342-347)
7.Εἰρήνιος                                                  (355)
8.Παυλῖνος                                                 (;)
9.Ἀχόλιος ἢ Ἀσχόλιος           (ἅγιος)     (379-384)
10.Ἀνύσιος                                (ἅγιος)     (384-407)
11.Ῥοῦφος                                 (ἅγιος)     (407-434)
12.Ἀναστάσιος Α΄                   (ἅγιος)     (434-451)
13.Αὐξίθεος ἢ Εὐδόξιος         (ἅγιος)     (451-458)
14.Ἀνδρέας                               (ἅγιος)     (481-494)
15.Δωρόθεος Α΄                       (ἅγιος)     (494-520)
16.Ἀριστείδης                                             (520-535)
17.Ἠλίας                                    (ἅγιος)     (553)
18.Θαλαλεὺς                                                (τέλη στ΄αἰ.)
19.Θεοδόσιος Α΄                                         (585)
20.Εὐσέβιος                                                  (585-603)
21.Ἰωάννης Β΄                          (ἅγιος)      (603-610)
22.Πλωτῖνος                                                 (616)
23.Ἰωάννης Β΄                          (ἅγιος)      (617-626)
24.Παῦλος Α΄                                                (649)
25.Ἰωάννης Γ΄                                              (680)
26.Σέργιος                                                     (690)
27.Κωνσταντῖνος Α΄                                  (;)
28.Βασίλειος Α΄                                            (772)
29.Θεόφιλος                               (ἅγιος)     (; - 787)
30.Θωμᾶς                                     (ἅγιος)     (τέλη η΄- ἀρχὰς θ΄αἰ.)
31.Ἰωσὴφ Α΄, ὁ στουδίτης        (ἅγιος)    (807-809)
32.(Ἄγνωστος)                                               (809-811)
33.Ἰωσὴφ Α΄, ὁ στουδίτης        (ἅγιος)    (811-821)
34.Λέων, ὁ φιλόσοφος                                (839-840
35.Ἀντώνιος, ὁ ὁμολογητὴς      (ἅγιος)    (843)
36.Βασίλειος Β΄                                             (843-865)
37.Θεόδωρος                                                (866-869)
38.Παῦλος Β΄                                                 (880-882)
39.Γρηγόριος Α΄                                           (882)
40.Μεθόδιος                                                 (889)
41.Ἰωάννης Δ΄, ὁ Θεσσαλὸς                    (892-904)
42.Βασίλειος Γ΄, ὁ ὁμολογητὴς (ἅγιος)  (904 - ;)
43.Ἀνατόλιος                                                (ι΄αἰ.)
44.Ἰσίδωρος Α΄                                             (1016)
45.Νικήτας Α΄                                               (ια΄αἰ.)
46.Θεοφάνης Α΄                                           (1031-1038)
47.Προμηθεὺς                                                1038)
48.(Ἄγνωστος)                                               (1063)
49.Θεόδουλος                                                (1086-1107)
50.Κωνσταντῖνος Β΄                                   (1110)
51.Μιχαὴλ Α΄                                                (1122)
52.Νικήτας Β΄                                                (1133)
53.Βασίλειος Δ΄, ὁ Ἀχρίδος                        (1145-1168)
54.Εὐστάθιος, ὁ Κατάφλωρος (ἅγιος)    (1175-1197 ἢ 1198)
55.Κωνσταντῖνος Γ΄,ὁ Μεσοποταμίτης  (1198-1199)
56.Χρύσανθος                                                (1199-1202)
57.Κωνσταντῖνος Γ΄,ὁ Μεσοποταμίτης  (1204-1223)
58.Νικήτας Γ΄                                                  (ιγ΄ αἰ.)
59.Ἰωσὴφ Β΄                                                    (1232-1235)
60.Μιχαὴλ Β΄, ὁ Παλατάνος                        (1235)
61.Μανουὴλ                                                     (1235-1261)
62.Ἰωαννίκιος, ὁ Κυδώνης                          (1261)
63.Δημήτριος                                                   (1282-1285)
64.Ἰγνάτιος Α΄                                                 (1285- ;)
65.Ἰάκωβος Α΄                                                 (1299)
66.Ἱερεμίας                                                       (1315-1322)
67.Εὐφημιανὸς                                                  (1322)
68.Ἰωάννης Ε΄, ὁ Καλέκας                            (1322-1334)
69.Γρηγόριος Β’                                               (1334)
70.Γλαβᾶς                                                         (1339-1340)
71.Μακάριος Α΄                                              (1342-1346)
72.Γρηγόριος Γ΄, ὁ Παλαμᾶς     (ἅγιος)     (1347-1359)
73.Νεῖλος, ὁ Καβάσιλας             (ἅγιος)     (1360-1361)
74.Νικόλαος Β΄, ὁ Καβάσιλας   (ἅγιος)     (1361-1363)
75.(Ἄγνωστος)                                                  (1363-1371)
76.Δωρόθεος Β΄                                               (1371-1379)     
77.Ἰσίδωρος Β΄, ὁ Γλαβᾶς           (ἅγιος)     (1379-1393)
78.Γαβριὴλ Α΄                                  (ἅγιος)     (1393-1410)
79.Συμεών, ὁ μυσταγωγός           (ἅγιος)     (1410-1429)
80.Γρηγόριος Γ΄                                                 (1430)
81.Νήφων                                         (ἅγιος)     (1450-1484)
82.Μακάριος Β΄                                                (1517-1536)
83.Θεωνᾶς, ὁ ἀπὸ Ἡγουμένων  (ἅγιος)      (1539)
84.Θεοφάνης Β΄                                                (1544)
85.Γρηγόριος - Δαβὶδ                                       (ιστ΄αἰ.)
86.Ἰωάσαφ Α΄                                                   (1560-1578)
87.Μητροφάνης                                                (1585)
88.Γαβριὴλ Β΄                                                     (1594)
89.Ματθαῖος Α΄                                                (1596)
90.Ἰωάσαφ Β΄, ὁ Ἀργυρόπουλος                  (1596)
91.Σωφρόνιος Α΄                                              (1606)
92.Ζωσιμᾶς                                                        (1607)
93.Παρθένιος                                                    (1611)
94.Ἀθανάσιος Α΄                                              (1622-1634)
95.Δαμασκηνὸς Α΄                                           (1634-1636)
96.Καλλίνικος Α΄                                              (1636-1639)
97.Θεόκλητος                                                    (1645-1651)
98.Ἰωακεὶμ Α΄                                                    (1651-1666)
99.Διονύσιος                                                       (1666-1671)
100.Ἀναστάσιος Β΄                                           (1671)
101.Μελέτιος Α΄                                                 (1672-1684)
102.Μεθόδιος                                                      (1687-1696)
103.Ἰγνάτιος Β΄                                                  (1698-1712)
104.Ἰάκωβος Β΄                                                  (1712)
105.Ἰγνάτιος Β΄                                                  (1723)
106.Ἀνανίας                                                        (1728)
107.Ἰωακεὶμ Β΄                                                   (1734-1744)
108.Γαβριὴλ Γ΄                                                    (1745-1752)
109.Σπυρίδων                                                     (1760-1761)
110.Νεόφυτος Α΄                                                (1767)
111.Θεοδόσιος Β΄                                               (1767-1769)
112.Δαμασκηνὸς Β΄                                           (1769-1780)
113.Ἰάκωβος Γ΄                                                   (1780)
114.Γεράσιμος                                                    (1788-1815)
115.Ἰωσὴφ Γ΄, ὁ Ἱερομάρτυς       (ἅγιος)      (1815-1821)
116.Ματθαῖος Β΄                                               (1821-1824)
117.Μακάριος Γ΄                                                (1824-1830)
118.Μελέτιος Β΄                                                 (1830-1841)
119.Ἱερώνυμος                                                    (1841-1853)
120.Καλλίνικος Β΄                                              (1853-1861)
121.Νεόφυτος Β΄                                                 (1861-1874)
122.Ἰωακεὶμ Γ΄,
 ὁ μετέπειτα Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης     (1874-1878)
123.Καλλίνικος Γ΄, ὁ Φωτιάδης                     (1878-1884)
124.Γρηγόριος Δ΄, ὁ Καλλίδης    (ἅγιος)       (1885-1889)
125.Σωφρόνιος Β΄                                              (1889-1893)
126.Ἀθανάσιος Β΄, ὁ Μεγακλῆς                     (1893-1903)
127.Ἀλέξανδρος Β΄, ὁ Ῥηγόπουλος                (1903-1910)
128.Ἰωακεὶμ Δ΄, ὁ Σγουρὸς                               (1910-1912)
129.Γεννάδιος, ὁ Ἀλεξιάδης                             (1912-1951)
130.Παντελεήμων Α΄,ὁ Παπαγεωργίου       (1951-1968)
131.Λεωνίδας, ὁ Παρασκευόπουλος             (1968-1974)
132.Παντελεήμων Β΄, ὁ Χρυσοφάκης            (1974-2003)
133.Ἄνθιμος, ὁ Ῥούσας                                      (2004-
Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης Κοινωνία της Πληροφορίας