Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης
Αρχική Σελίδα Επικοινωνία Χρήσιμες Συνδέσεις Χάρτης Πλοήγησης Γλωσσάριο
 website clocks
αναζήτηση    

ΣΙΛΑΣ

ΣÍΛΑΣ ἢ ΣΙΛÁΣ ἢ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ,

᾿Απόστολος καὶ συνεργάτης τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου

30 ᾿Ιουλίου



Τὸ ὄνομα Σιλουανὸς εἶναι λατινικὴ ἀπόδοση τοῦ ἀρα­μαϊκοῦ Sche'iah, ποὺ σημαίνει “ἀπεσταλμένος”. Οἱ ῾Εβραῖοι μπο­­ροῦσαν νὰ παίρνουν ἕνα ὁμόηχο ρωμαϊκὸ ὄνομα, ἰδιαί­τερα ἂν ἦταν ρωμαῖοι πολῖτες. Μὲ τὸ ἴδιο κριτήριο διάλε­γαν ἕνα περίπου ὁμόηχο ἑλληνικὸ ὄνομα (πρβλ. Σαούλ-Σαῦ­λος). Τὸ ὄνομα Σίλας καὶ ἐπὶ τὸ δοκιμότερον Σιλᾆς εἶναι κατὰ μία ἄποψη συντετμημένη μορφὴ τοῦ ὀνόματος Σιλουα­νός. ῞Οπως ὅμως ὑποστηρίζει ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς Β. Στογιάννος (Α¢ ᾿Επιστολὴ Πέτρου, Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 455-457) φαίνεται ὅτι τὸ Σίλας εἶναι ὄχι σύντμηση τοῦ λα­τινικοῦ, ἀλλὰ ἑλληνικὴ ἀπόδοση τοῦ ἀραμαϊκοῦ Sche'iah.

Στὴν Κ.Δ. συναντῶνται συχνὰ καὶ τὰ δύο ὀνόματα Σίλας καὶ Σιλουανός. Προφανῶς πρόκειται περὶ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου. Μὲ τὸ ὄνομα Σίλας (ἢ Σιλᾆς) ἀναφέ­ρεται στὶς Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων (15, 22· 32· 40· 16, 19· 25-30· 17, 4-10. 14) καὶ παρουσιάζεται ὡς μέλος ἐπίσημο τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν ῾Ιεροσολύμων καὶ πολὺ γνωστὸς τοῦ Πέ­τρου πρὶν προσκολληθεῖ στὸν ᾿Απόστολο Παῦλο. Μὲ τὸ ὄ­νο­μα Σιλουανὸς παρουσιάζεται σὲ ἐπιστολὲς τῶν ᾿Αποστό­λων Παύλου καὶ Πέτρου. (Α¢ Θεσ. 1, 1. Β¢ Θεσ. 1, 1. Β¢ Κορ. 1, 19 καὶ Α¢ Πέτρ. 5, 12) καὶ ἀναφέρεται ὡς συναποστολέας τῶν ἐπιστολῶν πρὸς Θεσσαλονικεῖς καὶ ὡς ὑπογραφέας τῆς Α¢ Πέτρου.

῾Ο Σίλας-Σιλουανὸς ἦταν ἀπὸ τὰ διακεκριμένα γιὰ τὸ ἦθος τους ἡγετικὰ στελέχη τῆς πρώτης ᾿Εκκλησίας τῶν ῾Ιερο­σολύμων γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀνεδείχθη μεταξὺ τῶν ὀλίγων ἐκλε­κτῶν, τοὺς ὁποίους ἡ ᾿Εκκλησία τῶν ῾Ιεροσολύμων ἀνεγνώ­ριζε καὶ ἐκτιμοῦσε. ῾Η ἀναγνώριση αὐτὴ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν ᾿Αποστόλων, ὅπου ἀναφέρεται ὅτι μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς ἀποστολικῆς Συνόδου (49-50 μ.Χ.), τόσο οἱ ἀπόστολοι μὲ τοὺς πρεσβυτέρους, ὅσο καὶ ὁλόκληρη ἡ ᾿Εκκλησία τῶν ῾Ιεροσολύμων, ἀπεφάσι­σαν νὰ ἐκλέξουν μεταξὺ τῶν χριστιανῶν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι θὰ συνόδευαν τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο καὶ τὸ Βαρνάβα στὴν ᾿Αν­τιό­χεια γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουν καὶ νὰ ἑρμηνεύσουν καὶ οἱ ἴδι­οι τὶς ἀποφάσεις ποὺ εἶχαν ληφθεῖ στὴν ἀποστολικὴ Σύ­νο­δο, τὶς ὁποῖες θὰ ἐπέδιδαν γραπτῶς στὴν τοπικὴ ᾿Εκκλη­σία. Φαίνεται ἐδῶ ἡ εὐαισθησία τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν ῾Ιεροσο­λύμων νὰ μὴν ὑπάρξει κανένας κίνδυνος ἐνδεχομένης παρα­νοήσεως τῶν ἀποφάσεων τῆς ἀποστολικῆς Συνόδου ἀπὸ τοὺς ᾿Ιου­δαί­ους χριστιανοὺς τῆς ᾿Αντιοχείας. Γιὰ τὸν σκο­πὸ αὐτὸ λοιπὸν ἐξέλεξαν τὸν ᾿Ιούδα, τὸν ἐπονομαζόμενο Βαρσαββὰ καὶ τὸν Σίλα, ἄνδρες ποὺ κατεῖχαν ἐξέχουσα καὶ ἡγετικὴ θέση μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν. Παρ᾿ ὅτι ὁ Σίλας ἦταν ἡγετικὴ προσωπικό­τη­τα καὶ κατεῖχε σημαντικὴ θέση στὴν ᾿Εκκλησία, ἐν τούτοις δὲν ἀναφέρεται εἰδικὰ τὸ εἶδος τῆς ἡ­γετικῆς αὐτῆς θέσεώς του. ῾Οπωσδήποτε ἀνῆκε στὴν τάξη τῶν προφητῶν τῆς ᾿Εκ­κλη­σί­ας τῶν ῾Ιεροσολύμων, ἀφοῦ, ὅπως ἀναφέρεται στὴ συν­έχεια τοῦ βιβλίου τῶν Πράξεων, “᾿Ιούδας τε καὶ Σιλᾆς, καὶ αὐτοὶ προφῆται ὄντες, διὰ λόγου πολλοῦ παρεκάλεσαν τοὺς ἀδελ­φοὺς καὶ ἐπεστήριξαν” (Πρ. 15, 32).

῾Η μαρτυρία αὐτὴ συνδέει τὴν τάξη τῶν προφητῶν τῶν ῾Ιεροσολύμων μὲ τὴν ἀντίστοιχη τάξη τῆς ᾿Αντιοχείας, τῆς ὁποίας μέλη ἦταν οἱ ᾿Απόστολοι Παῦλος καὶ Βαρνάβας.

῾Ο Σίλας εἶχε συνδεθεῖ ἀπὸ πολὺ ἐνωρὶς ἰδιαίτερα μάλιστα μὲ τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος τὸν ἐπέλεξε ἀντὶ τοῦ Μάρκου ὡς συνοδό του στὴ δευτέρα ἀποστολικὴ περι­ο­δεία: “Παῦλος δὲ ἐπελεξάμενος Σιλᾆν” (Πρ. 15, 40). ῎Εκτοτε ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς πιὸ στενοὺς συνεργάτες του (ὅπως καὶ τοῦ ᾿Αποστόλου Πέτρου) στὸ ἱεραποστολικὸ ἔρ­γο τους. Σὲ ὅλον αὐτὸ τὸ χρόνο ποὺ συνόδευε τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο συμμε­ρίσθηκε τὶς δοκιμασίες, τὰ παθή­ματα καὶ τὶς θλίψεις του· στοὺς Φιλίππους ὑπέστησαν μαζὶ ραβδισμοὺς καὶ φυλάκιση.

῾Ως γνωστὸ στοὺς Φιλίππους ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος ἐθε­ράπευσε μία παιδίσκη ποὺ εἶχε πνεῦμα πύθωνα καὶ ὅταν οἱ προστάτες της, ποὺ τὴν ἐκμεταλλεύονταν, ἔχασαν τὰ ἔσο­δα τῆς ἐργασίας τους συνέλαβαν τοὺς ᾿Αποστόλους Παῦλο καὶ Σί­λα καὶ τοὺς παρέδωσαν στοὺς στρατηγοὺς τῆς πόλε­ως. ᾿Εκεῖνοι διέταξαν νὰ τοὺς ραβδίσουν καὶ πληγωμένους τοὺς ἔκλεισαν στὴ φυλακή. Μάλιστα ὁ δεσμοφύλακας “ἔβα­λε αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον” (Πρ. 16, 24). Καὶ ἐνῶ κατὰ τὸ με­σονύκτιο οἱ ᾿Από­στολοι προσεύχονταν καὶ ὑμνοῦσαν τὸ Θεὸ καὶ οἱ ἄλλοι φυ­λακισμένοι τοὺς ἄκουγαν ἔκπληκτοι, ξαφνικὰ ἰσχυρὸς σει­σμὸς ἔγινε μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀνοίξουν οἱ θῦρες καὶ νὰ λυ­θοῦν τὰ δεσμά τους. Βλέποντας αὐτὰ ὁ δεσμοφύλακας καὶ νομίζοντας ὅτι τοῦ διέφυγαν οἱ φυλακι­σμένοι ἔσυρε τὸ μα­χαίρι γιὰ νὰ αὐτοκτονήσει. ᾿Αλλ᾿ ὁ ᾿Από­στολος Παῦλος τὸν ἀπέτρεψε ἀπὸ τὸ διάβημά του καὶ ὁ δε­σμοφύλακας τοὺς πῆ­ρε στὸ σπίτι του, τοὺς περιποιήθηκε τὰ τραύματά τους, ἄ­κου­σε τὸ λόγο τους καὶ πίστεψε αὐτὸς καὶ ὅλη ἡ οἰκογέ­νειά του (Πρ. 16, 30-35).

Κατόπιν οἱ στρατηγοὶ ἔστειλαν τοὺς ραβδούχους νὰ εἰποῦν στοὺς ᾿Αποστόλους νὰ ἀναχωρήσουν ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Φιλίππων, ἀλλ᾿ ἐκεῖνοι διεμαρτυρήθηκαν γιατὶ τοὺς ἔ­δειραν ἐνῶ ἦταν ρωμαῖοι πολῖτες· τοῦτο προκάλεσε ἀνησυ­χία καὶ φόβο στοὺς στρατηγοὺς καὶ ἔτσι ἀναγκάσθηκαν νὰ πᾆνε οἱ ἴδιοι καὶ νὰ παρακαλέσουν τοὺς ᾿Αποστόλους νὰ φύ­γουν (Πρ. 16, 35-40). Τελικὰ οἱ ᾿Απόστολοι, ἀφοῦ ἐπι­σκέ­φθηκαν τὴν πρώτη εὐρωπαία χριστιανή, τὴ Λυδία, ἡ ὁποία εἶχε πιστεύσει στὸ κήρυγμά τους, στοὺς Φιλίππους, ἀνεχώ­ρησαν ἀπὸ τοὺς Φιλίππους καὶ διερχόμενοι ἀπὸ τὴν ᾿Αμφί­πολη καὶ ᾿Απολλωνία ἔφθασαν στὴ Θεσσαλονίκη (Πρ. 16, 40-17, 1).

Στοὺς Φιλίππους ἵδρυσαν τὴν πρώτη ᾿Εκκλησία σὲ εὐ­ρωπαϊκὸ ἔδαφος, ἡ ὁποία ἦταν μία ἀπὸ τὶς περισσότερο ἀ­γαπημένες χριστιανικὲς κοινότητες καὶ πρὸς τὴν ὁποία ἔδει­ξαν ἰδιαίτερη ἀγάπη καὶ στοργικὸ ἐνδιαφέρον· ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἔδειξε ἐπίσης τὴν ἀγάπη καὶ ἀφοσίωσή της πρὸς τοὺς ᾿Απο­στόλους Παῦλον καὶ Σίλαν.

Καὶ μάλιστα, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει στὴν ἐπι­στολὴ ποὺ ἀπηύθυνε πρὸς τὴν ᾿Εκκκλησία αὐτή ὁ ᾿Από­στο­λος Παῦλος, ἡ ᾿Εκκλησία τῶν Φιλίππων συχνὰ τὸν ἐβοή­θη­σε καὶ οἰκονομικά.

῾Η ᾿Εκκλησία τῶν Φιλίππων ἦταν μία ἀπὸ τὶς ᾿Εκκλη­σίες μὲ τὶς ὁποῖες ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος διατηροῦσε συνεχῆ ἐπικοινωνία εἴτε μὲ ἀπεσταλμένους του εἴτε μὲ ἐπιστολές του εἴτε καὶ μὲ αὐτοπρόσωπες ἐπισκέψεις του κατὰ διάφορα χρο­νικὰ διαστήματα. Καί, ὅπως εἶναι γνωστό, τὴν ἐπισκέφθηκε τουλάχιστον ἄλλες τέσσερες φορές.

῾Η ἵδρυση τῆς πρώτης ᾿Εκκλησίας ἐπὶ εὐρωπαϊκοῦ ἐδά­φους, τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Φιλίππων, ἀπετέλεσε τὴν ἀπαρχὴ ἱδρύσεως χριστιανικῶν ᾿Εκκλησιῶν στὴ Μακεδονία καὶ στὴ λοιπὴ νότια ῾Ελλάδα, τὶς ὁποῖες ἀποτελοῦσαν κυρίως χρι­στιανοὶ ἐξ ἐθνῶν.

Πάντως ἡ ἐπίσκεψη τῶν ᾿Αποστόλων Παύλου καὶ Σί­λα στοὺς Φιλίππους καὶ τὸ κήρυγμά τους ἐκεῖ εἶχε ὁπωσδή­ποτε καλὰ ἀποτελέσματα, ἀφοῦ προσείλκυσαν πολλοὺς χρι­στιανοὺς καὶ αὐτὸ ἀπετέλεσε σημαντικότατο γεγονὸς γιὰ τὴν παραπέρα πορεία τους σὲ ἄλλες περιοχές.

Γι᾿ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ μεγάλη συμβολὴ τοῦ ᾿Αποστόλου Σίλα, ἰδιαίτερα, στὴν ἐπιτυχία τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελί­ου στοὺς Φιλιππησίους καὶ στὴν ἐν γένει δραστηριότητά του καὶ εἰδικὰ στὴν ἵδρυση τῆς ἀποστολικῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Φι­λίππων ὁ ᾿Απόστολος Σίλας συνδέεται μὲ τὴν ᾿Εκκλησία τῶν Φιλίππων, ἀναγνωρίζεται ὡς συνιδρυτὴς τῆς ᾿Εκκλησίας αὐτῆς καὶ τιμᾆται ὡς κατ᾿ ἐξοχὴν ἰδικός της ᾿Απόστολος. Χαρα­κτηριστικὴ ἀπόδειξη τῶν ἰδιαίτερων δεσμῶν του μὲ τὴν το­πικὴ ᾿Εκκλησία τῶν Φιλίππων εἶναι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ ἡ ἵδρυση πρὸς τιμήν του καὶ ἐπ᾿ ὀνόματί του τῆς ὁμώνυμης ῾Ιερᾆς Μονῆς τοῦ ᾿Αποστόλου Σίλα καὶ οἱ ξεχωριστὲς ἑορ­ταστικὲς ἐκδηλώσεις ποὺ γίνονται κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορ­τῆς του.

Τοὺς ᾿Αποστόλους Παῦλο καὶ Σίλα δὲν ἀποθάρρυ­ναν οὔτε οἱ διωγμοὶ καὶ οἱ κακοποιήσεις, ἀλλ᾿ οὔτε οἱ μα­στι­γώ­σεις καὶ οἱ φυλακίσεις ποὺ ὑπέστησαν στοὺς Φιλίπ­πους στά­θηκαν ἱκανὰ νὰ κάμψουν τὸ φρόνημά τους. ᾿Αντί­θετα μάλι­στα χαλύβδωσαν τὴ θέλησή τους καὶ ἐνίσχυσαν τὴν ἀπόφασή τους. Χαρακτηριστικὰ εἶναι τὰ ὅσα γράφει σχετικὰ ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος στὴν Α¢ πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολή του: “ἀλλὰ προ­παθόντες καὶ ὑβρισθέντες ἐν Φιλίπ­ποις ἐπαρρησιασάμεθα, λα­λῆσαι πρὸς ὑμᾆς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ” (Α¢ Θεσ. 2, 2).

῎Ετσι ἡ ἀντίδραση ποὺ συνάντησαν στοὺς Φιλίππους τοὺς ἔδωσε περισσότερο θάρρος νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ στοὺς Θεσσαλονικεῖς, στὴ Συναγωγὴ τῶν ὁποίων ἐκήρυξαν τουλάχιστον ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδες μὲ βάση πάντοτε τὰ κείμενα τῆς Βίβλου. Τὸ κήρυγμά τους ποὺ ἦταν Χριστο­κεν­τρι­­κό, περιελάμβανε πρῶτα τὴν ἀπόδειξη τῶν προφητει­ῶν ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Μεσσίας καὶ δεύτερο, ὅτι αὐτὸς ὁ Χριστὸς ἔπρεπε νὰ πάθει καὶ νὰ ἀναστηθεῖ, σύμ­φωνα πάντοτε μὲ τὰ ὅσα εἶχαν προφητευθεῖ. Καὶ ἔπρεπε μὲν νὰ πάθει ὁ Χριστὸς γιατὶ ἀλλιῶς ἦταν ἀδύνατο νὰ ἐπι­τευχθεῖ ἡ ἀπολύτρωσή μας· ἔπρεπε δὲ ἐπίσης νὰ ἀναστηθεῖ γιατὶ ἀλλιῶς ἡ ἀπολύτρωσή μας δὲν θὰ ἐτελειοῦτο, ἐφ᾿ ὅσον ὁ θάνατος δὲν θὰ κατελύετο. ῏Ηταν, ἀσφαλῶς, ἀπαραίτητο νὰ περιλαμβάνει τὸ κήρυγμά τους τὰ παραπάνω, νὰ εἶναι δηλαδὴ Χριστοκεντρικὸ γιὰ νὰ διορθώσει τὶς ὅποιες πε­πλα­νημένες καὶ μονομερεῖς ἰδέες εἶχαν σχηματίσει οἱ ᾿Ιου­δαῖοι γιὰ τὸν Μεσσία ἀπὸ τὶς διάφορες ἑρμηνεῖες τῶν προ­φητειῶν.

Τὸ κήρυγμά τους στὴ Θεσσαλονίκη εἶχε ὡς ἀποτέλε­σμα μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ᾿Ιουδαίους ἀκροατές τους ὄχι μόνο νὰ πεισθοῦν στοὺς λόγους τους, νὰ συνδεθοῦν ὡς φίλοι καὶ σύντροφοι τῶν ᾿Αποστόλων, ἀλλὰ καὶ νὰ πιστεύσουν στὸν ᾿Ιησοῦ Χριστὸ καὶ ἔτσι νὰ δοθοῦν σ᾿ αὐτοὺς γιὰ νὰ καθο­δη­γοῦνται πνευματικὰ καὶ νὰ ταυτίσουν μαζί τους τὴν ἐλπίδα τους καὶ τὶς προσδοκίες τοῦ μέλλοντός τους (Πρ. 17, 4).

Δὲν ἦταν ὅμως μόνο ἕνας ἀριθμὸς ᾿Ιουδαίων ποὺ πί­στευσαν στὸ κήρυγμα τῶν ᾿Αποστόλων Παύλου, Σίλα καὶ Τι­μοθέου, ἀλλὰ καὶ πολὺ πλῆθος ἀπὸ τοὺς προσηλύτους ῞Ελ­ληνες, ποὺ σέβονταν τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ τὶς γυ­ναῖκες τῆς ἀνωτέρας τάξεως ὄχι ὀλίγες (Πρ. 17, 5).

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴ μεγάλη ἀπήχηση καὶ ἐπιτυχία ποὺ εἶχε τὸ κήρυγμά τους σὲ ὅλες τὶς κοινωνικὲς τάξεις καὶ αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὸν μεγάλο ἀριθμὸ ἐ­κείνων, ἰδίως τῶν εἰδωλολατρῶν, ποὺ ἀσπάσθηκαν τὸ Εὐ­αγ­γέλιο τοῦ Χριστοῦ στὴ Θεσσαλονίκη (Α¢ Θεσ. 1, 9-10).

Γι᾿ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ μεγάλη συμβολὴ τοῦ ᾿Αποστό­λου Σίλα στὴν ἐπιτυχία τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου στοὺς Θεσσαλονικεῖς καὶ στὴν ἐν γένει δραστηριότητά του στὴ Θεσ­σαλονίκη καὶ εἰδικὰ στὴν ἵδρυση τῆς ἀποστολικῆς ᾿Εκκλη­σίας τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ᾿Απόστολος Σίλας τιμᾆται καὶ ἀνα­γνωρίζεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ ᾿Εκκλησία τῆς Θεσ­σα­λονί­κης.

῞Ομως ἡ ἐπιτυχία τοῦ κηρύγματος στὴ Θεσσαλονίκη προ­κάλεσε τὴν ἀντίδραση τῶν ᾿Ιουδαίων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ φθό­νο ἐξεγέρθηκαν ἐναντίον τῶν ᾿Αποστόλων καὶ, χρησιμο­ποι­ώντας “ἀγοραίους ἄνδρες”, τοὺς ἐξανάγκασαν νὰ ἐγκατα­λεί­ψουν τὴ Θεσσαλονίκη καὶ νὰ καταφύγουν στὴ Βέροια (Πρ. 17, 5-10).

Οἱ ᾿Ιουδαῖοι τῆς Βεροίας ἦταν εὐγενέστεροι ἀπὸ τοὺς Θεσσαλονικεῖς (Πρ. 17, 11) καὶ καθ᾿ ὅλο τὸ χρονικὸ διάστη­μα τῆς ἐκεῖ παραμονῆς τους οἱ ᾿Απόστολοι Παῦλος, Σίλας καὶ Τιμόθεος ἐκήρυξαν τὸ Εὐαγγέλιο, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν ἔρευνα καὶ ἀνάλυση τῶν Γραφῶν. ᾿Αποτέλεσμα αὐτῶν τῶν ἐξετάσεων τῶν Γραφῶν καὶ τῶν γενομένων συζητήσεων ἦταν νὰ πιστεύσουν πολλοὶ ᾿Ιουδαῖοι καὶ ὄχι ὀλίγοι ἀπὸ τοὺς ἄν­δρες καὶ γυναῖκες τῆς ἀνωτέρας τάξεως (Πρ. 17, 12), μεταξὺ τῶν ὁποίων θὰ πρέπει νὰ ἀναφερθεῖ καὶ ὁ Σώπατρος Βε­ροιαῖ­ος (Πρ. 20, 4).

Μόλις ὅμως πληροφορήθηκαν οἱ ᾿Ιουδαῖοι τῆς Θεσσα­λονίκης ὅτι οἱ ἐκδιωχθέντες ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ᾿Απόστο­λοι ἐκήρυτταν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ στὴ Βέροια, κατέφθασαν ἐκεῖ καὶ προκάλεσαν ταραχές, ἐξήγειραν τὸν ὄχλο καὶ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ ἐναντίον τους (Πρ. 17, 13) καὶ ἐξανάγκα­σαν τοὺς Βεροιεῖς νὰ ἐξαποστείλουν τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο πρὸς τὴ θάλασσα καὶ νὰ τὸν φυγαδεύσουν, ἐνῶ παρέμειναν στὴ Βέροια ὁ Σίλας μὲ τὸν Τιμόθεο (Πρ. 17, 14).

῎Ετσι βλέπομε ὅτι, ὅσο οἱ ἐχθροὶ τοῦ Εὐαγγελίου προ­σ­παθοῦσαν νὰ προβάλουν ἐμπόδια καὶ νὰ μὴν ἀφήσουν τοὺς ᾿Αποστόλους νὰ διαδόσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐκδιώ­κοντάς τους ἀπὸ πόλη σὲ πόλη, τόσο συντελοῦσαν καὶ οἱ ἴδιοι μὲ τὶς μετακινήσεις τῶν ᾿Αποστόλων στὴ διάδοση τοῦ Εὐαγ­γε­λίου στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης.

῾Ο Σίλας (μαζὶ μὲ τὸν Τιμόθεο) πολὺ σύντομα ἔφυγε ἀπὸ τὴ Βέροια καὶ ἀκολούθησε τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο, τὸν ὁποῖο συνάντησε στὴν Κόρινθο (Πρ. 17, 15. 18, 5) ὅπου τοῦ ἔφερε εὐχάριστες εἰδήσεις γιὰ τὶς ᾿Εκκλησίες τῆς Μακε­δονίας.

Στὴν Κόρινθο ὁ Σίλας παρέμεινε κοντὰ στὸν ᾿Απόστο­λο Παῦλο (μαζὶ μὲ τὸν Τιμόθεο), τὸν συμπαραστάθηκε καὶ τὸν βοήθησε πολὺ στὸ ἔργο, ποὺ ἤδη εἶχε ἀρχί­σει ἐκεῖ, νὰ ἀναπτυχθεῖ ἀκόμη περισσότερο (Β¢ Κορ. 1, 19 “δι᾿ ἐμοῦ καὶ Σι­λουανοῦ καὶ Τιμοθέου”). ᾿Απὸ τὴν Κόρινθο ἔγραψαν μαζὶ μὲ τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο τὶς πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστο­λὲς (Α¢ Θεσ. 1, 1. Β¢ Θεσ. 1, 1).

῾Ο ᾿Απόστολος Σίλας ἦταν τὸ μόνο πρόσωπο, τὸ ὁποῖο ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος μποροῦσε νὰ ἀποκαλεῖ, ἰδιαίτερα ἐνώ­πιον τῶν Κορινθίων, “ὁ ἀδελφός μας” (Β¢ Κορ. 8, 22. 12). Καὶ αὐτὸ γιατὶ τὸν ἐγνώρισε ὡς ἰσότιμο ἀδελφὸ ἐν Χριστῷ καὶ τὸν ἔζησε ὡς πολὺ δικό του ἄνθρωπο, ἐνῶ παράλληλα ἦταν καὶ πολὺ ἀγαπητὸς στοὺς Κορινθίους, ὡς δικός τους ἀδελφός, καὶ, ἀκόμη, δοκιμασμένος καὶ ἄξιος ἐρ­γάτης στὸ ἔργο τῆς λογίας εἰδικὰ μεταξὺ τῶν Κορινθίων.

Οἱ πληροφορίες τῶν Πράξεων τῶν ᾿Αποστόλων γιὰ τὸν Σίλα σταματοῦν στὸ τέλος τῆς Β¢ ἀποστολικῆς περιο­δείας τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου (Πρ. 18, 5) μὲ τελευταῖες εἰ­δήσεις γι᾿ αὐτὸν στὴ Β¢ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ (Β¢ Κορ. 1, 19). ῎Ισως δὲ ἡ τελευταία πληροφορία γιὰ τὸ Σίλα-Σι­λουανὸ εἶναι τὸ χωρίο τῆς Α¢ ἐπιστολῆς Πέτρου (5, 12), ποὺ τὸν ἐμφανί­ζει ὡς συνεργάτη τοῦ ᾿Αποστόλου Πέτρου (5, 12 “Διὰ Σιλου­ανοῦ ὑμῖν τοῦ πιστοῦ ἀδελφοῦ, ὡς λογίζομαι, δι᾿ ὀλίγων ἔγρα­ψα παρακαλῶν καὶ ἐπιμαρτυρῶν ταύτην εἶναι ἀληθῆ χάριν τοῦ Θεοῦ εἰς ἣν στῆτε”).

῾Ο Σίλας-Σιλουανός, ὡς συνεργάτης καὶ σύντροφος τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου, στὸν ὁποῖο εἶχε ἐμπιστευθεῖ ὁ μέ­γας ᾿Απόστολος τὴν εὐθύνη τῶν ᾿Εκκλησιῶν τῆς Μ. ᾿Ασίας, ὅταν διεπίστωσε τὸν κίνδυνο τὸν ὁποῖο διέτρεχαν οἱ ᾿Εκ­κλησίες αὐτὲς ἀπὸ τὴν ὕπαρξη διαφόρων αἱρετικῶν, Νικο­λαϊτῶν κ.λπ. κατέφυγε στὸν ᾿Απόστολο Πέτρο, στὸν ὁποῖο, ὅπως ἤδη ἀνα­φέρθηκε, ἦταν ἤδη γνωστός, πρὶν προσκολλη­θεῖ στὸν ᾿Από­στολο Παῦλο καὶ καθὼς ἦταν ἐπίσημο μέλος τῆς ᾿Εκκλη­σί­ας τῶν ῾Ιεροσολύμων. ῾Ο ᾿Απόστολος Πέτρος, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ζήτησε βοήθεια, τὸν ἐφοδίασε μὲ σχετικὴ ἐ­πιστολή, τὴν Α¢ Πέτρου, στὴν συγγραφὴ τῆς ὁποίας συμμε­τέσχε ὁ Σίλας-Σι­λουανός, καὶ τὸν ἀπέστειλε στὶς ᾿Εκκλησίες τῶν περιοχῶν τοῦ Πόντου, τῆς Γαλατίας, τῆς Καππαδοκίας, τῆς δυτικῆς Μ. ᾿Α­σίας καὶ τῆς Βιθυνίας· μὲ αὐτὴν τοὺς στέλνει τοὺς χαιρετι­σμούς του ἀπὸ τὴν “ἐν Βαβυλῶνι συνεκλεκτήν” ᾿Εκκλη­σίαν καὶ ἀπὸ τὸν γνωστό τους Μᾆρκον (Α¢ Πέτρ. 5, 12-13). Στὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ χαρακτηρίζει τὸν Σιλουανὸ “πιστὸν ἀ­δελφόν”.

Κατὰ μία μαρτυρία, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ ἀρχαία παράδοση καὶ μνημονεύεται σὲ πανάρχαιο χειρόγραφο τῆς ῾Ιεροσολυμιτικῆς Βιβλιοθήκης (ἀρ. 423), ἀναφέρεται ἡ δρά­ση τῶν ἑβδομήκοντα ᾿Αποστόλων μεταξὺ τῶν ὁποίων μνη­μονεύεται καὶ ὁ ᾿Απόστολος Σίλας στὴ 15η σειρά. Μάλιστα, εἰδικὰ γιὰ τὸν Σίλα, ἀναφέρεται ὅτι μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου ἀπὸ τὴν Κόρινθο, ὁ Σίλας παρέ­μεινε ἐκεῖ ὡς ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Κορίνθου, ὅπου καὶ εἶ­χε εἰρηνικὸ τέλος τῆς ζωῆς του.

Κατὰ μία ἄλλη ὅμως ἐκδοχὴ καὶ εὐσεβῆ παράδοση τῆς ᾿Εκ­κλησίας (῾Ωρολόγια, Συναξάρια) ὁ ᾿Απόστολος Σίλας πα­ρου­σιάζεται ὡς διαφορετικὸ πρόσωπο τοῦ Σιλουανοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνήκει καὶ αὐτὸς στὸν κύκλο τῶν ἑβδομήκοντα ᾿Αποστόλων. Τὴν ἐκ­δοχὴ αὐτὴ ἀκολουθοῦν στὴ συνέχεια διαδοχικὰ καὶ οἱ νεώ­τερες ἐκδόσεις Συναξαρίων, οἱ ὁποῖες ἐμφανίζουν ἀμφοτέ­­ρους ὡς ἀνήκοντας στὸν κύκλο τῶν ἑβδομήκοντα ᾿Αποστό­λων. ᾿Αλλὰ τὸν μὲν Σίλα ὅτι “συνεμόχθησε μετὰ τοῦ ᾿Απο­στόλου Παύλου” καὶ “μετὰ παρέλευσιν πολλοῦ χρόνου γενό­μενος ᾿Επίσκοπος Κορίνθου, τὰς πρὸς Κορινθίους δύο ᾿Επι­στολὰς τοῦ Παύλου καὶ τοὺς ἐν Κορίνθῳ κατοικοῦντας προ­ήγαγεν ἐπὶ τὰ βελτίῳ· ἀφοῦ δὲ πολὺ ἐκοπίασε καὶ ἐστή­ριξεν ὅλους εἰς τὴν τοῦ Χριστοῦ πίστιν, ἀπῆλθε πρὸς Κύρι­ον”. Τὸν δὲ Σιλουανὸ ὅτι “ἔγινε ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης, καὶ ὑπέμει­νε πολλοὺς καὶ ἀλλεπαλλήλους κινδύνους διὰ τὸν Χριστια­νι­σμόν, ἐπειδὴ οἱ Θεσσαλονικεῖς ἦσαν ἐπιτήδειοι εἰς τὰς δια­στροφὰς καὶ τὰ σοφίσματα τῶν λόγων· καλῶς λοιπὸν καὶ αὐτὸς ἀγωνισάμενος, ἀπῆλθε πρὸς τὸν ποθούμε­νον Κύ­ριον”.

Αὐτὴ ἡ διάκριση δύο διαφορετικῶν προσώπων τοῦ Σί­λα καὶ Σιλουανοῦ δὲν βρῆκε εὐρύτερη ἀπήχηση καὶ δὲν ἔγι­νε καθολικὰ ἀποδεκτή.

῾Η ᾿Εκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη τοῦ ἁγίου ᾿Αποστό­λου Σίλα τὴν 30ὴ ᾿Ιουλίου.



᾿Απολυτίκιο τοῦ ᾿Αποστόλου Σίλα

“῾Ωραῖοι οἱ πόδες σου, Σίλα ᾿Απόστολε, τὴν γῆν καθ­ηγία­σαν, τῆς Νεαπόλεως καὶ τῶν Φιλίππων, τὴν κλεινὴν χώραν, πανεύφημε. Φωτὸς τοῦ θείου μύστης, πρὸς ἡμᾆς χρηματί­σας, ἔλυσας τῶν εἰδώλων, τὴν σκοτόμαιναν μάκαρ. Δι᾿ ὃ ἐν παρρησίᾳ Χριστῷ, πρέσβευε σωθῆναι ἡμᾆς”.

Τὸ ᾿Απολυτίκιο τοῦ Σίλα ἔγραψε ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος Χρυ­σόστομος, ὁ ἀπὸ Φιλίππων, Νεαπόλεως καὶ Θάσου.

ΠΗΓΕΣ:

Βασικὲς πηγὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἀντλοῦμε πληρο­φο­ρίες γιὰ τὸν ᾿Απόστολο Σίλα εἶναι:

α) ῾Η Καινὴ Διαθήκη καὶ εἰδικὰ τὸ βιβλίο τῶν Πρά­ξεων τῶν ᾿Αποστόλων καὶ ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ ᾿Αποστό­λου Παύλου κυρίως οἱ Ποιμαντικὲς ἐπιστολές.

β) ῾Η ᾿Εκκλησιαστικὴ παράδοση, ὅπως διασώζεται στὶς ᾿Αποστολικὲς Διαταγές, στὸν ἱστορικὸ Εὐσέβιο Καισαρεί­ας καὶ στὰ διάφορα Συναξάρια τῆς ἑορτῆς τοῦ ᾿Αποστόλου.



ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚ­ΚΛΗΣΙΑΣ: Θεοδωρήτου Κύρου, ῾Ερμηνεία τῆς Α¢ πρὸς Τι­μόθεον ᾿Επιστολῆς, PG 82, 787-830. Τοῦ ἰδίου, ῾Ερμηνεία τῆς Β¢ πρὸς Τιμόθεον ᾿Επιστολῆς, PG 82, 831-858. Θεοδώ­ρου Μο­ψουεστίας, ῾Υπόμνημα (᾿Αποσπάσματα) τῆς Α¢ πρὸς Τιμόθε­ον ᾿Επιστολῆς, PG 66, 936-944. Τοῦ ἰδίου, ῾Υπόμνημα τῆς Β¢ πρὸς Τιμόθεον ᾿Επιστολῆς, PG 66, 945-948. Θεοφυ­λάκτου ᾿Αχρί­δος, ᾿Εξήγησις εἰς τὰς Πράξεις τῶν ᾿Αποστό­λων, PG 125, 496-1132. Τοῦ ἰδίου, ᾿Εξήγησις τῆς Α¢ πρὸς Τι­μό­θεον ἐπιστολῆς, PG 125, 9-88. Τοῦ ἰδίου, ᾿Εξήγησις τῆς Β¢ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολῆς, PG 125, 88-140. ᾿Ιωάννου Δαμα­σκηνοῦ, ῾Ερμηνεία εἰς τὴν ἐπιστολὴν Α¢ πρὸς Τιμόθεον, PG 95, 997-1016. Τοῦ ἰδίου, ῾Ερμη­νεία εἰς τὴν ἐπιστολὴν Β¢ πρὸς Τιμόθεον, PG 95, 1016-1029. ᾿Ιωάννου Χρυσοστόμου, ῾Υπόμνημα εἰς τὰς Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων, PG 60, 13-384. Τοῦ ἰδίου, ῾Υπόμνημα εἰς τὴν Α¢ πρὸς Τιμόθεον ᾿Επιστολήν, PG 62, 501-598. Τοῦ ἰδίου, ῾Υπόμνημα εἰς τὴν Β¢ πρὸς Τι­μόθεον ᾿Επιστολήν, PG 62, 599-662. Οἰ­κουμενίου Τρίκκης, ᾿Εξήγησις εἰς τὰς Πράξεις τῶν ᾿Αποστό­λων, PG 118, 43-308. Τοῦ ἰδίου, ῾Η πρὸς Τιμόθεον ᾿Επιστολὴ Α¢, PG 119, 136-196. Τοῦ ἰδίου, ῾Η πρὸς Τιμόθεον ᾿Επιστολὴ Β¢, PG 119, 196-240.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Α. Εἰσαγωγές: ᾿Αγουρίδη, Σ., Εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην, ᾿Αθήνα 1971. ᾿Αντωνιάδου, Β., ᾿Εγχειρίδιον Εἰ­σ­­αγωγῆς εἰς τὰς ῾Αγίας Γραφάς, τ. Β¢, Εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Καινὴν Δια­θήκην, ᾿Αθῆναι 1937. Γαλίτη, Γ., Εἰσαγωγὴ εἰς τοὺς λόγους τοῦ Πέ­τρου ἐν ταῖς Πράξεσι τῶν ᾿Αποστόλων, ᾿Αθῆναι 1962. Δαμαλᾆ, Ν., ῾Ερ­μηνεία εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην, τ. Α¢, Εἰσαγωγή, ᾿Αθῆναι 1876. ᾿Ιω­αννίδου, Β., Εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Καινὴν Δια­θήκην, ᾿Αθῆναι 1960. Καρα­βιδοπούλου, ᾿Ιω., Εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην, Θεσσαλονίκη 1983. Σάκκου, Σ., Εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην, Θεσσαλονίκη 19842. Σιώτου, Μ., Παραδόσεις Εἰ­σαγωγῆς εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην, Μέρος Α¢, ᾿Αθῆναι 1971.
Β. ῾Ερμηνευτικὰ ῾Υπομνήματα: Γαλάνη, ᾿Ιω., ῾Η Πρώτη ᾿Επι­στολὴ τοῦ ᾿Απ. Παύλου πρὸς Θεσσαλονικεῖς, Θεσσαλονίκη 1985. Τοῦ ἰδίου, ῾Η Δευτέρα ᾿Επι­στολὴ τοῦ ᾿Απ. Παύλου πρὸς Θεσσαλο­νι­κεῖς, Θεσ­σαλονίκη 1989. Γαλίτη, Γ., Αἱ Ποιμαντικαὶ ᾿Επιστολαὶ τοῦ ᾿Απ. Παύ­λου (Εἰσαγωγὴ - ῾Ερμηνεία περικοπῶν κατ᾿ ἐκλογήν), Θεσ­σαλο­νί­κη 1971. Ζωγράφου, Θ., ῾Ερμηνεία εἰς τὴν Α¢ Τιμόθεον, Β¢ Τι­μόθεον, Τίτον, ᾿Αθῆναι 1932. Καραβιδοπούλου, ᾿Ιω., ᾿Αποστόλου Παύ­λου ᾿Επι­στολὲς πρὸς ᾿Εφεσίους, Φιλιππησίους, Κολοσσαεῖς, Φιλήμονα, Θεσσα­λονίκη 1981. Μακράκη, ᾿Α., ῾Ερμηνεία ὅλης τῆς Κ. Διαθήκης, τ. 1-2, ᾿Αθῆναι 19562. Νικοδήμου ῾Αγιορείτου, ῾Ερμηνεία εἰς τὰς ἑπτὰ Καθο­λικὰς ᾿Επι­στολὰς τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων, Θεσσαλονίκη 1986. Παπα­δοπού­λου, Χρυσοστόμου, Αἱ Ποιμαντικαὶ καὶ ἡ πρὸς Φι­λήμονα ἐπι­στολαί, ᾿Αλε­ξάνδρεια 1912. Πόποβιτς ᾿Ιουστίνου, ᾿Αρχ., ῾Ερμηνεία τῆς Α¢ πρὸς Θεσ­σαλονικεῖς ἐπιστολῆς τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου, μετάφρ. Μ. Σ. Χρυσαν­θοπούλου, Θεσσαλονίκη 1986. Στογιάννου, Β., ῾Η Α¢ ᾿Επι­στο­λὴ Πέ­τρου, Θεσσαλονίκη 1980. Τρεμπέλα, Π., ῾Υπόμνημα εἰς τὰς Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων, ᾿Αθῆναι 1955. Τοῦ ἰδίου, ῾Υπόμνημα εἰς τὰς ᾿Επι­στο­λὰς τῆς Καινῆς Διαθήκης, τ. 1-2, ᾿Αθῆναι 19562. Τοῦ ἰδίου, ῾Υπό­μνη­μα εἰς τὴν πρὸς ῾Εβραίους καὶ τὰς ἑπτὰ Καθολικὰς ᾿Επιστο­λάς, ᾿Αθῆ­ναι 1941. Φιλιππίδου, Λ., ῾Η πρώτη πρὸς Τιμόθεον Ποιμαν­τικὴ ᾿Επι­στολὴ τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου, ᾿Αθῆναι 19732.
Γ. ῎Αλλες ἐργασίες: ᾿Αντωνιάδη, Εὐ., ῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος ἐν ᾿Αθήναις, ᾿Αθῆναι 1920. Βούλγαρη, Χρ., Χρονολογία τῶν γεγονότων τοῦ βίου τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου, ᾿Αθῆναι 19832. Τοῦ ἰδίου, Νέα θεώ­ρησις τῶν ἐρίδων τῆς ᾿Αποστολικῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Κορίνθου καὶ τῶν ἐν αὐτῇ ἀντιπάλων τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου, ᾿Αθῆναι 1976. Καραβι­δο­­πούλου, ᾿Ιω., ᾿Ενδείξεις ἐκ τῶν ἐπιστολῶν τῆς αἰχμαλωσίας καὶ ἐκ τῆς παραδόσεως περὶ τῆς φυλακίσεως τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου ἐν ᾿Εφέ­­σῳ, Θεσσαλονίκη 1965. Σάκκου, Σ., ῾Ο Πέτρος καὶ ἡ Ρώμη, Α¢ Μαρ­τυρία τῆς Κ. Διαθήκης, Θεσσαλονίκη 1989. Τοῦ ἰδίου, Οἱ ᾿Ανώνυμοι ἀδελφοὶ στὴ Β¢ πρὸς Κορινθίους ᾿Επιστολὴ τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου, Θεσσα­λονίκη 1989. Σιώτου, Μ., Τὸ ἔργον Μάρκου καὶ Βαρνάβα καὶ ἡ ἑνό­της τῆς ᾿Αποστολικῆς ᾿Εκκλησίας, ᾿Αθῆναι 1971. Τοῦ ἰδίου, ῾Ο Εὐ­αγγελιστὴς Λουκᾆς καὶ ἡ πόλις τῶν Φιλίππων, [ἀνάτ. ἀπὸ τὸν ᾿Εκκλ. Φάρο τ. 65-66 (1983-4)], ᾿Αλεξάνδρεια 1984.
Ξένη Βιβλιογραφία: Gaston, B., The Pastoral Epistles, N. York 1974. Goodspeed, E. J., An Introduction to the New Testament, Chi­ca­go 1937. Guthrie, D., New Testament Introduction, London 19703. Τοῦ ἰδίου, Pastoral Epistles, London 1973. Holtz, G., Die Pastoral briefe ThHNT, 1965. Moffatt, J., An Introduction to the Literature of N.T., Edinburgh 19334. Scott, E., The Pastoral Epistles, London 1957. Spicq, G., Les Epîtres Pastorales, GB 1-2, Paris 1966.
Δ. Λεξικά: A Dictionary of the Bible (ἐκδ. Hastings 1, 1928). Dictionnaire de la Bible (ἐκδ. F. Vigouroux, 1912). Dictionnaire de la Bible Supplement, (ἐκδ. L. Pirot, 1928ἑ.). Λεξικὸν τῆς Κ. Διαθήκης (Σ. Εὐστρατιάδου, 1910). Νέον ᾿Εγκυκλοπαιδικὸν Λεξικὸν τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, (Γ. Ζ. Κωνσταντινίδη, 1976). The Interpreter᾿s Dictionary of the Bible, 1962. Vocabulaire de Théologie Biblique, 19753.
Χ.Κ.

...επιστροφή
Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης Κοινωνία της Πληροφορίας