Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης
Αρχική Σελίδα Επικοινωνία Χρήσιμες Συνδέσεις Χάρτης Πλοήγησης Γλωσσάριο
 website clocks
αναζήτηση    

ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ

ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΑΤΑΦΛΩΡΟΣ, (1125-1195)

ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, δόκιμος συγγραφεύς, ἅγιος



ΒΙΟΣ

῾Ο Εὐστάθιος διέπρεψε ὄχι μόνο ὡς ἱεράρχης, ἀλλὰ καὶ ὡς φιλόλογος. ᾿Εγεννήθηκε γύρω στὸ 1125 πιθανῶς στὴν Κωνσταντινούπολι. Φαίνεται ὅτι ἀπὸ νεαρὰ ἡλικία εἰσῆλθε στὴν μονὴ ἁγίας Εὐφημίας, τὴν ὁποία ἀποκαλεῖ “Εὐεργέτι­δα” (᾿Επιστολὴ 30), ὅπου καὶ ἔλαβε τὴν ἐγκύκλια μόρφωσί του· ἀλλ᾿ ἀργότερα παρακολούθησε μαθήματα στὴν Πατριαρ­χικὴ Σχολὴ καὶ στὸ Πανεπιστήμιο. ῾Η ἄποψις ὅτι διετέλεσε μοναχὸς τῆς μονῆς ἁγίου Φλώρου, ποὺ στηρίζεται στὸ ἐπί­θετό του Κατὰ Φλῶρον, Κατάφλωρος, δὲν φαίνεται νὰ εὐ­σταθῆ, διότι πιθανὸν τὸ ἐπίθετο αὐτὸ εἶναι οἰκογενειακό.

Τὸ 1150 χειροτονήθηκε διάκονος τῆς ἁγίας Σοφίας κι ἔπειτα ἀπὸ λίγα χρόνια διωρίσθηκε “διδάσκαλος τῶν ρη­τό­ρων” σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ δύο ἱδρύματα ἀνωτάτης ἐκπαι­δεύ­σεως τῆς πρωτεύουσας· ἐπειδὴ σ᾿ αὐτὴν τὴν ἰδιότητα χα­ρα­­κτηρίζεται ὡς “δημόσιος διδάσκαλος”, πρέπει νὰ γίνη δε­κτὸ ὅτι ἐδίδασκε μᾆλλον στὸ Πανεπιστήμιο, ὅπου ἐταίριαζε καὶ ἡ ἐκλεπτυσμένη φιλολογικὴ ἐπεξεργασία τῶν κλασικῶν κει­μένων στὴν ὁποία εἶχε ἐξαίρετη ἐπίδοσι. Συγχρόνως ὅμως ἐπὶ ὑψηλοτέρου ἐπιπέδου εἶχε στὸν οἶκο του κύκλο μαθη­τῶν μὲ τοὺς ὁποίους συζητοῦσε φιλολογικὰ προβλήματα. ῾Ο Εὐθύμιος Μαλάκης (Μονωδία) μαρτυρεῖ ὅτι τὸ μοναχικό του δωμάτιο “ἦν μουσεῖον ἄντικρυς, ἄλλη τις ᾿Ακαδημία καὶ Στοὰ καὶ Περίπατος”.

Τὸ 1174 ἐψηφίσθηκε μητροπολίτης Μύρων τῆς Λυκί­ας, ἀλλὰ πρὶν προλάβη νὰ ἐγκατασταθῆ στὴν ἕδρα αὐτή, ἐχήρευσε ἡ μητρόπολη Θεσσαλονίκης καὶ κατὰ σύστασι τοῦ αὐτοκράτορος ἡ πατριαρχικὴ σύνοδος ἐτοποθέτησε ἀρχιεπί­σκοπο σ᾿ αὐτὴ τὴν πόλι τὸν Εὐστάθιο, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὸ ἀξίωμά του τὸ 1175. ᾿Απὸ τὴν δραστηριότητά του κατὰ τὸν χρόνο τῆς ἀρχιερατείας του θὰ ξεχωρίσουμε μερικὰ ἰδι­αιτέρας σημασίας ἐπεισόδια.

Τὸ 1178 ὁ αὐτοκράτωρ Μανουὴλ Α¢ Κομνηνὸς ἐξέ­δω­σε μιὰ ὁδηγία μὲ τὴν ὁποία ἐζητοῦσε νὰ ἀπαλειφθῆ ἀπὸ τὰ διδακτικὰ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία ὁ ἀναθεματισμὸς ἐναν­τίον τῆς περὶ Θεοῦ διδασκαλίας τοῦ Μωάμεθ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς “οὔτε ἐγέννησεν οὔτε ἐγεννήθη”· καὶ ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἐζητοῦσε τὴν ἀπάλειψι ἦταν ὅτι οἱ μετα­στρεφόμενοι στὴ χριστιανικὴ πίστι μουσουλμᾆνοι κατὰ τὴν κατήχησί τους ἐσκανδαλίζονταν, διότι ἐφαινόταν ὅτι τὸ ἀνάθεμα στρέφεται ἐναντίον τοῦ Θεοῦ τοῦ Μωάμεθ καὶ ὄχι ἐναντίον τῆς ἐσφαλ­μένης περὶ Θεοῦ δοξασίας τοῦ Μωάμεθ. ῾Η σύνοδος, τὴν ὁποία συνεκάλεσε γι᾿ αὐτὸ τὸ θέμα ὁ πατριάρχης Θεοδό­σι­ος, κατόπιν εἰσηγήσεως τοῦ Εὐ­σταθίου ἀρνήθηκε νὰ δια­γρά­ψη τὸ ἀνάθεμα. Τότε ὁ αὐτο­κράτωρ ἐξέδωσε δεύτερη ὁδη­γία μὲ τὴν ὁποία ἐζητεῖτο νὰ περιορισθῆ τὸ ἀνάθεμα στὸ πρόσωπο τοῦ Μωάμεθ, κι ἐκά­λεσε τοὺς συνοδικοὺς νὰ προσ­έλθουν στὰ ἀνάκτορα πρὸς συζήτησιν τοῦ θέματος. ᾿Εκεῖ ὁ Εὐστάθιος ἀρνήθηκε μὲ τόση πειστικότητα τὴν ἄρσι τοῦ ἀνα­θέματος ἀπὸ ἕνα Θεὸν “διδάσκαλον κάθε μιαρῆς πράξεως”, κι ἐμπόδισε τὴν ἀνά­κλησι τοῦ ἀναθέματος.

῞Οταν οἱ Νορμανδοὶ εἰσέβαλαν στὰ ἐδάφη τῆς βυζαν­τινῆς αὐτοκρατορίας, τὸ 1185, ἡ Θεσσαλονίκη ἐδοκίμασε πι­κρὲς ταλαιπωρίες, καὶ ὁ Εὐστάθιος μετέσχε ὁ ἴδιος σ᾿ αὐτὲς τὶς ταλαιπωρίες. Τὶς δοκιμασίες τῆς πόλεως σ᾿ αὐτὴν τὴν περί­στασι περιγράφει μὲ ζωηρὰ χρώματα στὸ ἔργο του Περὶ ἁ­λώσεως τῆς Θεσσαλονίκης, στὸ ὁποῖο παρακολουθοῦσε τὴν ἡ­ρωϊκὴ στάσι τῶν Θεσσαλονικέων, ἀνδρῶν καὶ γυναι­κῶν, ἰδι­αιτέρως μάλιστα τῶν μαθητῶν τῆς Σχολῆς τοῦ ἁγίου Δημη­τρίου, κι ἔπειτα τὰ δεινὰ ποὺ ὑπέστησαν ὅλοι αὐτοὶ μετὰ τὴν κυρίευσι τῆς πόλεως. ῾Ο ἴδιος ὁ Εὐστάθιος αἰχμαλω­τί­σθηκε καὶ κρατήθηκε μερικὲς ἡμέρες, ἀλλ᾿ ἔπειτα ἐλευθερώ­θηκε κι ἔπεισε τὸν Νορμανδὸ κόμητα ᾿Αλδουΐνο, νὰ μὴ ἐξ­αφανίση τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀρχὲς τῆς πόλεως καὶ νὰ μὴ διορίση ἀντ᾿ αὐτῶν Λατίνους.

Σὲ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ἀρχιερατείας του ὁ Εὐστά­θιος κατέβαλε προσπάθειες ἐξυψώσεως τῆς ἠθικῆς τοῦ κλή­ρου καὶ τοῦ λαοῦ του. ᾿Επέκρινε τὴν συκοφαντία, τὴν κατα­πάτησι ξένης περιουσίας, τὴν ἀδικία ἐκ μέρους τῶν ἰσχυρῶν. Καὶ αἰσθανόταν ὡς σπουδαῖο καθῆκον του ὡς ἀρχιερεὺς νὰ ἐπιδίδεται στὸ κοινωνικὸ ἔργο. ᾿Ιδιαιτέρως βέβαια ἐφρόντιζε γιὰ τὴν ἐξύψωσι τοῦ κλήρου καὶ τῶν μοναχῶν.

Τὰ κηρύγματά του καὶ τὸ ἔργο του τοῦ προσπόρισαν τὴν ἀγάπη τοῦ ποιμνίου, ἀλλὰ καὶ τὴν ὀργὴ μερικῶν ἀν­θρώπων, κυρίως λαϊκῶν, ποὺ ἐθίγονταν ἀπὸ τὶς ἐπικρίσεις του. Πρὸς τὸ τέλος τοῦ σταδίου του συκοφαντίες σὲ βάρος του ἐκ μέρους τῶν ὀλίγων ἐχθρῶν του, ποὺ ἦσαν “ρᾆον ἀριθ­μητοί” καὶ “μετρητοί”, ἔφθασαν ἕως τὸν αὐτοκράτορα καὶ τὸν πατριάρχη. ῎Ετσι ὁ Εὐστάθιος ἀνεχώρησε ἀπὸ τὴν Θεσ­σαλονίκη, τὴν Τεσσαρακοστὴ τοῦ 1191, κι ἔφθασε στὴν Φι­λιππούπολι, ὅπου συνάντησε τὸν αὐτοκράτορα ᾿Ισαάκιο ῎Αγγε­λο, σ᾿ ἐκστρατεία του κατὰ τῶν Βουλγάρων. ᾿Απὸ ἐκεῖ ἔγρα­ψε ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς Θεσσαλονικεῖς, στὴν ὁποία ἀντιπαρα­θέτει τὴν χριστιανικὴ ἀγάπη πρὸς τὸ διαβολικὸ μῖσος τῶν τιποτένιων ἐχθρῶν του ποὺ προεκάλεσε τὴν ἀπομάκρυνσί του ἀπὸ τὴν ἕδρα του. Οἱ συκοφαντίες δὲν ἐλήφθηκαν ὑπ᾿ ὄψι καὶ ὁ αὐτοκράτωρ τὸν ἐδικαίωσε χωρὶς κἂν νὰ ζητήση τὴν ἀπολογία του. Προφανῶς τὰ καταγγελ­λόμενα δὲν ἦσαν ἐκκλησιαστικῆς καὶ ἠθικῆς φύσεως.

῾Ο Εὐστάθιος ἐπέστρεψε στὴν Θεσσαλονίκη τὸν Σε­πτέμβριο τοῦ 1193. Δὲν γνωρίζομε πόσο καιρὸ συνέχισε τὸ ἔργο του ἐκεῖ, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ὁ χρόνος δὲν παρα­τάθηκε πέρα τῆς διετίας· πιθανῶς τὸ 1195 ἀπέθανε.



ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ

῾Ο Εὐστάθιος ἐμοίρασε τὴν συγγραφικήν του ἐπίδοσι μεταξὺ τῆς φιλολογίας καὶ τῆς θεολογίας, ὅπως ἐπίσης ἐμοί­ρασε τὴν ἄλλην δρᾆσιν του μεταξὺ τῆς διδασκαλικῆς ἕδρας καὶ τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου. ῞Οπως λέγει στὸν πρὸς αὐτὸν ἐπιτάφιο ὁ μαθητής του Νικήτας Χωνιάτης, ἥνωσε τοὺς θρό­νους τῆς παιδείας καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας· γι᾿ αὐτὸ οἱ πρῶτοι ποὺ θὰ τὸν ὑποδεχθοῦν στοὺς οὐρανοὺς εἶναι ὁ Κλήμης ὁ ᾿Αλεξανδρεὺς καὶ ὁ Διονύσιος ᾿Αρεοπαγίτης, ἐφ᾿ ὅσον ἔκαμε ὅ,τι καὶ ἐκεῖνοι, καθιστώντας τὴν φιλοσοφία θεραπαινίδα τῆς θεολογίας.

Καρπὸς τῆς διδασκαλίας του στὴ σχολὴ εἶναι τὰ ἐξ­αι­ρετικὰ ἐκτιμώμενα ἕως σήμερα ἑρμηνευτικὰ ὑπομνήμα­τα σὲ κλασικοὺς συγγραφεῖς. Πρῶτα ἔρχονται αἱ Παρεκ­βολαὶ εἰς τὴν ῾Ομήρου ᾿Οδύσσειαν καὶ ᾿Ιλιάδα, ἔργο μεγά­λης πολυ­μάθει­ας, ὀξυδέρκειας καὶ φιλοπονίας, καὶ ἀνεκτί­μητης ἀξίας γιὰ τὶς παρατηρήσεις του καὶ τὶς εἰδήσεις ποὺ διασώζει. Αἱ Παρεκ­βολαὶ εἰς τὸν Περιηγητὴν Διονύσιον εἶναι παραφρα­στικὸ ὑπόμνημα μεγάλης ἐπίσης ἀξίας. ᾿Απὸ τὰς Παρεκβο­λὰς εἰς τὸν Πίνδαρον ἔχει διασωθῆ μόνο ὁ πρόλο­γος. Παρό­μοια εἶναι τὰ Σχόλια εἰς τὸν Κανόνα τοῦ ᾿Ιωάν­νου Δαμα­σκηνοῦ εἰς τὴν Πεντηκοστήν.

Τὴν ἀξιόλογη περιγραφικὴ ἱκανότητά του ἔδειξε ὁ Εὐ­­στάθιος μὲ τὸ ἔργο του ῾Ιστορία τῆς ἁλώσεως τῆς Θεσ­σα­λο­νίκης ἀπὸ τοὺς Λατίνους, τοὺς Νορμανδοὺς δηλαδή, τὸ 1185. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικώτερα ἱστορικὰ κεί­μενα τῆς ὑστε­ρο­βυζαντινῆς περιόδου, τὸ ὁποῖο μὲ τὴν παραστα­τικὴ παρου­σίασι τῶν γεγονότων δίδει μιὰ διδακτι­κὴ εἰκόνα τῶν παθη­μάτων τῶν πολιτῶν, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος στὸν ἐπί­λογο (Ky­riakidis, σ. 158).

᾿Απὸ τὴν ἐπίδοσί του στὴν ἁγιογραφία προέρχονται τέσ-σερα κείμενα: Τὸ ᾿Εγκώμιο στὸν ᾿Οψικιανὸ ἅγιο Φιλόθεο, τὸ ᾿Εγκώμιο στὸν ἅγιο μεγαλομάρτυρα Δημήτριο ποὺ συν­οδεύεται ἀπὸ ἕνα Κανόνα σ᾿ αὐτόν, τὸ Μαρτύριο τῶν τριῶν Καλυτηνῶν ἀδελφῶν ᾿Αλφειοῦ, Ζωσίμου καὶ ᾿Αλεξάνδρου, μαζὶ μὲ τὴν ᾿Ακολουθία τους καὶ ὁ Λόγος εἰς τοὺς τρεῖς Παῖδας τῆς Παλαιᾆς Διαθήκης. Φαίνεται ὅτι ὅλοι ἐγράφηκαν στὴν Θεσσα­λονίκη, ὅπως καὶ τὰ ἑπόμενα.

῍Αν καὶ ἦταν “πυρσὸς τοῦ λόγου”, οἱ ὁμιλίες του ποὺ ἔχουν διασωθεῖ εἶναι ἐλάχιστες καὶ προφανῶς ἀποτελοῦν μι­κρὸ μόνο μέρος τῆς ὁμιλητικῆς του παραγωγῆς. Εἶναι ἕνας Λόγος εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους, τέσσερις Λόγοι προ­εισόδιοι τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ ἕνας Λόγος εἰς τὸν 48 ψαλ­μό. Διατηροῦνται ὅμως σὲ χειρόγραφα καὶ μερι­κὲς ἄλλες ποὺ δὲν ἔχουν ἐκδοθεῖ.

Μιὰ σειρὰ ἠθικολογικῶν κειμένων ἀποσκοποῦν στὴν βελ­τίωσι τοῦ βίου κλήρου καὶ λαοῦ. Τὸ ἐκτενὲς δοκίμιο ᾿Επί­­σκεψις βίου μοναχικοῦ, ἀφοῦ χαρακτηρίζει τὸν βίο τοῦ­τον ὡς ἰσάγγελο καὶ ἀγχίθεο, τοποθετεῖ τοὺς τότε μονα­χοὺς στὸ κριτήριο τοῦτο καὶ φυσικὰ τοὺς εὑρίσκει ἐλλιπεῖς. Κατηγο­ρεῖ ὅσους καθίστανται γυρολόγοι καὶ ὡς ἀμφίβιοι κυμαίνον­ται μεταξὺ ἀποταγῆς τοῦ κόσμου καὶ ζωῆς στὸν κόσμο, ὅσους καταλαμβάνονται ἀπὸ οἴησι, ὅσους περιποι­οῦνται τὴν μακρὰ κόμη καὶ τὰ παρόμοια. Καὶ ἐπισημαίνει τὸν κίνδυνο νὰ πέσουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, ἀκολουθώντας ὑπερβολικὴ ὁδὸ ἀσκήσεως, ἔχουν ἐμπιστοσύνη στὴν τελειό­τητά των. Φυσικὰ αὐτὴ ἡ ἀρνητικὴ εἰκὼν δὲν καλύπτει ὅλον τὸν μοναχισμὸ τῆς περιόδου, ἀλλ᾿ αὐτὴ ἐξυπηρέτει τὸν σκοπὸ τοῦ συγγράμ­μα­τος. Δίδει ταυτοχρόνως ὁ Εὐστάθιος ἕνα διάγραμμα περὶ τῆς ὀργανώσεως τοῦ βίου τούτου, στὸ ὁποῖο κυριαρχεῖ ἡ ἡσυ­χία, ἡ μελέτη τῶν ἱερῶν βιβλίων καὶ τῆς θύραθεν γραμ­μα­τεί­ας, ἡ φιλαδελφία καὶ ἡ καλλιέρ­γεια ἤθους ὑψηλῆς στάθμης.

᾿Ιδιαιτέρως πρέπει νὰ ἐξαρθῆ τὸ μικρὸ δοκίμιο Περὶ ὑποκρίσεως, στὸ ὁποῖο διὰ τῆς θαυμασίας ψυχολογικῆς ἀνα­λύσεως τῶν συναισθημάτων δείχνει ποιὰ εἶναι ἡ ρίζα τοῦ πάθους τούτου καὶ ποιὰ εἶναι ἡ ζημιὰ ποὺ ἐπιφέρει στὸν κοινωνικὸ βίο, ἐνῶ ἡ ὑπόκρισις στὸ θέατρο καθίστα­ται μέσο διδασκαλίας. ῾Υπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο δοκίμιο Περὶ ὑπακοῆς καὶ εὐπειθείας, ποὺ ταιριάζει στὴν χριστιανικὴ ἀγωγή.

῾Υπηρεσιακῆς φύσεως κείμενα εἶναι δύο προσφωνή­μα­τα πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Μανουὴλ Κομνηνὸ καὶ ὁ ἐπι­τά­φιος σ᾿ αὐτόν, ἡ ἀπολογία του πρὸς τοὺς κατηγοροῦντας αὐτὸν περὶ μνησικακίας, ἡ ἐπιστολή του πρὸς τὴν ᾿Εκκλη­σίαν του καὶ τὸ περὶ τῶν ἐπισκοπικῶν ὀνομάτων καὶ τῆς προσ­φωνήσεως.

Γεμᾆτες χάρι εἶναι οἱ 74 ἐπιστολές του πρὸς διά­φορα πρόσωπα, στὶς ὁποῖες πρέπει νὰ προστεθῆ καὶ τὸ μι­κρὸ κεί­μενο πρὸς ἕνα στυλίτη ἀσκητὴ τῆς Θεσσαλονίκης.



Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ

Λίγες ἡμέρες μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Εὐσταθίου ὁ συν-ομήλικος καὶ φίλος του Εὐθύμιος Μαλάκης, μητροπολίτης Νέων Πατρῶν, ἀπήγγειλε Μονωδία του ἐπάνω στὸν τάφο του. ᾿Αργότερα μιὰ Μονωδία, ἐκτενέστερη καὶ ρητορικώ­τε­ρη συνέταξε ὁ μαθητής του Μιχαὴλ Χωνιάτης, μητροπο­λί­της ᾿Α­θη­νῶν. Μεταξὺ ἄλλων ὁ Μιχαὴλ γράφει: “Καὶ τώρα ὑποδέ­χεται τοὺς ἐπισκέπτες μὲ σημεῖα καὶ τέρατα καὶ δυ­νάμεις· ... διότι ὁ ἐπιτύμβιος λίθος ἐκείνου, σὰν ὁ ἀπότομος βράχος τοῦ Μωϋσέως ἔχει μετατραπῆ σὲ πηγὴ ἰάσεων, μὴ πληττόμενος μὲ ράβδο, ἀλλὰ θαυματοποιούμενος ἀπὸ τὸ θησαυρισμένο μέσα του ἅγιο σῶμα” (ΝΕ 13 [1916] 361). Τὸ 1312 ὁ Εὐ­στάθιος ἀπεικονίσθηκε ὡς ἅγιος σὲ τοιχογραφία τοῦ Καθο­λικοῦ τῆς μονῆς Βατοπεδί­ου. Παρόμοιες εἰκόνες λίγο ἀργό­τερα φιλοτεχνήθηκαν σὲ μονὲς τῆς Νότιας Σερβίας (Grac´a­nic´a, Staro Nagoric´ane, C´uc´er Σκοπίων) καὶ ἀλλοῦ.

Κατόπιν εἰσηγήσεως τοῦ μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παν­­τελεήμονος τοῦ Β¢ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τὴν 10 ᾿Ιουνί­ου 1888 μὲ συνοδικὴ πρᾆξι συναρίθμησε τὸν Εὐστάθιο μεταξὺ τῶν ἁγίων καὶ ὥρισε ἡμέρα ἑορτασμοῦ του τὴν 20 Σεπτεμβρίου. ᾿Ακολουθία του συνέταξε ὁ ἱερομόναχος Γερά­σιμος Μικραγιαννανίτης.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: ᾿Εκδόσεις: Οἱ Παρεκβολὲς στὸν ῞Ομηρο· ἀρ­χικὴ ἔκδοσις, Roma 1542-1550 σὲ 3 τόμους· τελευταία ἀνατύπω­σις, χωρὶς τὸν κριτικὸ μηχανισμὸ ἀπὸ τὸν Stallbaum στὴ Λειψία, 1825-1830, σὲ 7 τόμους. Νέα ἔκδοσις M. Van der Valic, σὲ 4 τό­μους, Lei­den 1971-1987 (στὴν ᾿Ιλιάδα). Πρόλογος στὶς Παρεκβολὲς στὸν Πίν­δαρο· ἀρχικὴ ἔκδοσις L. Fr. Tafel, Eustathii Thessaloni­censis Opuscu­la, Frankfurt 1832, óó. 53-61. Παρεκβολὲς στὸν Διονύσιο Περιηγητή· ἀπὸ G. Bernhardy, Lipsiae 1828, ó. 67 ἑξ. Σχόλια στὸν κανόνα τοῦ Δαμασκηνοῦ. Mai, A., Spicilegium Romanum 5 (1844) 2, 161 ἑξ., PG 136, 504-754. Διήγησις περὶ τῆς ἁλώσεως Θεσσα­λο­νίκης· PG 136, 9-141. Kyriakidis, St., Eustazio di Tessalonica, La expugnazione di Tessalonica, Palermo 1961, μὲ ἰταλικὴ μετάφρασι. Τὰ ἁγιολογικά· PG 136, 9-302 (= Tafel). ῾Ομιλίες· PG 135, 519-728 (= Tafel). ᾿Ηθικο­λο­γικά· PG 135, 729-909 (᾿Επίσκεψις μοναχικοῦ βί­ου)· PG 136, 301-358, 373-408 (= Tafel). Εἰς Μανουὴλ Κομνηνόν· PG 136, 925-1032 (= Tafel). ᾿Απολογία· PG 136, 408-500 (= Tafel). Πρὸς τὴν ᾿Εκκλη­σίαν του· PG 136, 1032-1060. Περὶ ἐπισκοπικῶν ὀνομάτων· PG 135, 909-925, Tafel, 141-145 καὶ 137-141. ᾿Επιστο­λές· PG 136, 1245-1334 (= Tafel, 308-361).
Μελέτες: Pauly - Wissowa, Realenz. VI, 1452-1489 (L. Cohn). Φ. Κουκουλές, Θεσσαλονίκης Εὐσταθίου τὰ Λαογραφικά, τ. Α¢ καὶ Β¢, ᾿Αθῆναι 1950. Τὰ Γραμματικά, ᾿Αθῆναι 1953. Μπόνης, Κ., “Εὐ­στάθιος ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης”, ΕΕΘΣΠΘ 1 (1953) 45-88, καὶ ἀνάτυπον. Wirth, P., Eustathiana. Gesammelte Aufsätze zu Leben und Werk des Metropoliten Eustathios von Thessalonike, Amsterdam 1980. ῞Αγιος Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, Πρακτικὰ Θεολογικοῦ Συνε­δρίου, ῾Ι. Μητρόπολις Θεσσα­λονίκης, 1989. Ζήσης, Θ., Θεολόγοι τῆς Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 23-60.
Π.Χ.

...επιστροφή
Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης Κοινωνία της Πληροφορίας