Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης
Αρχική Σελίδα Επικοινωνία Χρήσιμες Συνδέσεις Χάρτης Πλοήγησης Γλωσσάριο
 website clocks
αναζήτηση    

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, (1297-1359),

ἀρχιεπί­σκο­πος Θεσσαλονίκης, οἰκουμενικὸς θεολόγος,

πατὴρ τῆς ᾿Εκκλησίας

14 Νοεμβρίου



Ο ΒΙΟΣ

῾Η οἰκογένεια τοῦ Γρηγορίου, προερχομένη ἀπὸ τὶς ἀνα­τολικὲς ἐπαρχίες, ἐγκαταστάθηκε στὴν Κωνσταντι­νού­πο­λι τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ Μικρὰ ᾿Ασία κατακλύζονταν ἀπὸ τὶς ὁ­μάδες τῶν ᾿Οσμανδῶν ἐπιδρομέων. ῾Ο πατέρας του Κων­σταν­τῖνος Παλαμᾆς, συγκλητικὸς καὶ μέλος τῆς αὐτοκρατο­ρικῆς αὐλῆς, τόσο πολὺ ἐκτιμώνταν ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα ᾿Ανδρό­νικο Β¢, ὥστε ὁ τελευταῖος τοῦ ἀνέθεσε τὴν ἐπιμέ­λεια τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ ἐγγονοῦ του, τοῦ μετέπειτα αὐτοκράτορος ᾿Ανδρονίκου Γ¢.

῾Ο Γρηγόριος, συνομήλικος τοῦ ἡγεμονόπαιδος ᾿Αν­δρο­νίκου, ἐγεννήθηκε στὴν πρωτεύουσα τὸ 1297. ῾Ο πατέ­ρας του, ποὺ ἀπέθανε ἐνωρίς, τὸν ἄφησε ὀρφανὸ ἑπταετῆ, ἀλλ᾿ αὐτὸς εὑρῆκε ἰσχυρὸ προστάτη τὸν αὐτοκράτορα. Στὸ πανε­πιστήμιο Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ διευθύνονταν τότε ἀπὸ τὸν διαπρεπῆ θεολόγο καὶ φιλόσοφο Θεόδωρο Μετοχί­τη, ἀ­κο­λούθησε τὶς ἐλευθέριες σπουδὲς καὶ ἐπιδόθηκε ἰδιαι­τέρως στὴ φιλοσοφία. ῞Οταν μετὰ δύο δεκαετίες ἦλθε σὲ σύγ­κρου­σι μὲ τοὺς ὀπαδοὺς τῆς ἀναγεννήσεως, αὐτοὶ ἀμφι­σβή­τησαν τὴν κατοχὴ ὁλοκληρωμένης παιδείας ἀπ᾿ αὐτὸν καὶ τὸν ἀπε­κάλεσαν ἀμόρφωτο. Καὶ τότε, ἀλλὰ καὶ ἀργό­τερα ἀναγκά­σθηκε νὰ ὑπερασπίση τὸν ἑαυτό του καὶ σ᾿ ἕνα σύγ­γραμμά του, ποὺ ἐκδόθηκε μὲ ἄλλο ὄνομα, κατέγραψε ἕνα ἐπει­σόδιο ποὺ συνέβηκε στὰ φοιτητικά του χρόνια. ῞Οταν ἦταν δεκα­επταετής, τοῦ ἀνατέθηκε νὰ ὁμιλήση στὰ ἀνάκτο­ρα ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορος ᾿Ανδρονίκου Β¢ καὶ πολλῶν ἐπισήμων καὶ σοφῶν ἀνδρῶν περὶ τῆς λογικῆς τοῦ ᾿Αριστο­τέλους. Διαπραγ­ματεύθηκε τὸ θέμα μὲ τόση ἐπιτυ­χία, ὥστε ὁ Θεόδωρος Με­τοχίτης εἶπε πρὸς τὸ βασιλέα· “καὶ ὁ ἴδιος ὁ ᾿Αριστοτέλης, ἂν ἐζοῦσε καὶ ἦταν παρὼν θὰ τὸν ἐπαι­νοῦ­σε” (Κατὰ Γρηγο­ρᾆ Α¢, 14. Χρήστου, Συγγράμματα, τ. 4, 242).

Σ᾿ αὐτὴν πιθανῶς τὴν ἡλικία ἐγκατέλειψε τὶς ἐπιστη­μονικὲς σπουδές, γιὰ νὰ ἐπιδοθῆ στὴ μελέτη τῆς θεολογικῆς γραμματείας καὶ τὴν ἄσκησι, πρὸς μεγάλη ἀπογοήτευσι τοῦ αὐτοκράτορος, ὁ ὁποῖος τὸν προώριζε γιὰ ὑψηλὰ ἀξιώμα­τα. ῾Οδηγός του ἔγινε πλέον ὁ ἐπίσκοπος Φιλαδελφείας Θεό­λη­πτος, ὁ ὁποῖος τὸν εἰσήγαγε στὴ νοερὰ προσευχή. Εἰκο­σα­ετὴς ἀποσύρθηκε στὴ μόνωσι, ἔπεισε δὲ καὶ τὴν οἰκογέ­νειά του νὰ κάμη τὸ ἴδιο· τὴ μητέρα του Καλλονή, τοὺς ἀδελ­φούς του Μακάριο καὶ Θεοδόσιο, τὶς ἀδελφές του ᾿Επίχαρι καὶ Θεοδότη.

Αὐτὴν τὴν ἐποχὴ ὁ μοναχικὸς βίος ἀκολουθοῦσε καὶ τοὺς δύο παλαιοὺς τρόπους· τὸν ἐρημιτικὸ καὶ τὸν κοινο­βιακό. ῾Ο Γρηγόριος ἔδειχνε ἰδιαίτερη προτίμησι στὴν ἐρη­μι­τικὴ ἄσκησι, συνδυασμένη πάντως μὲ τὴν ἐξάρτησι ἀπὸ μο­νὴ ἢ ἀδελφότητα. Μαζὶ μὲ τοὺς δύο ἀδελφούς του διέ­μεινε ἀρχικὰ γιὰ λίγον καιρὸ στὸ ὄρος Παπίκιο, στὰ σύνο­ρα Θρά­κης καὶ Μακεδονίας κι ἔπειτα ἐμόνασε σὲ διαφό­ρους τόπους τοῦ ῎Αθωνος· ὡς ἐρημίτης πλησίον τοῦ Βατο­πεδίου, ὑπὸ τὸν ἀσκητὴ Νικόδημο, ἔπειτα στὸ κοινόβιο τῆς Μεγίστης Λαύ­ρας καὶ ἀργότερα πάλι ὡς ἐρημίτης στὰ Γλωσσία.

᾿Αναγκασμένος νὰ ἐγκαταλείψη τὸ ῎Ορος μαζὶ μὲ ἄλλους ἐρημίτες τὸ 1325 καὶ προτιθέμενος νὰ μεταβῆ στὰ ῾Ιεροσό­λυμα, δὲν προχώρησε πέρα ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη. ῾Ως αἰτία τῆς ἀποχωρήσεως ἀπὸ τὸ ῎Ορος ἀναφέρονται οἱ ἐπι­δρομὲς τῶν Τούρκων, ποὺ αὐτὴν τὴν ἐποχὴ εἶχαν καταστῆ συχνό­τερες καὶ ἀγριώτερες. ᾿Απὸ τοὺς ἀντιπάλους ὅμως τοῦ Γρη­γορίου εὑρίσκονται ἄλλοι λόγοι, καὶ συγκεκριμένως ὁ φόβος τῶν ἐρημιτῶν, μὴ τυχὸν λόγω ὡρισμένων πνευματι­κῶν τάσε­ών τους κατακριθοῦν ὡς ὀπαδοὶ τῶν Μασσαλια­νῶν (Γρηγο­ρᾆ, ῾Ιστορία, Bonn, 719). Τὸ ὄνομα τότε κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἐδιδόταν ἀπὸ τοὺς ῞Ελληνες συγγρα­φεῖς στοὺς Βο­γομίλους, τοὺς δυαρχικοὺς δηλαδὴ αἱρετι­κούς, ποὺ μὲ ἑστία τὴ Βουλγαρία εἶχαν ἀπὸ τὸν 11ο αἰῶ­να ἐπεκτείνει τὴν ἐπιρ­ροή τους σὲ μοναστήρια τῆς Κων­σταντινουπόλεως, τῆς Θρά­κης καὶ τῆς Θεσσαλονίκης. ῾Η ἐπίδρασις ἦταν εὔκολη, δεδο­μένου ὅτι οἱ ἐρημίτες κατ᾿ ἀνά­γκην παραμελοῦσαν τὰ ἐξω­τερικὰ μέσα τῆς λατρείας κι ἔδιναν κυρίαρχη θέσι στὴν προ­σωπικὴ προσευχή· κι αὐτὸ ἀκριβῶς ἦταν τὸ κύριο γνώρισμα καὶ τῶν παλαιοτέρων Μασσαλιανῶν καὶ τῶν Βογομίλων. ῾Ο Παλαμᾆς κατηγορή­θηκε ἀπὸ τὸν ᾿Ακίνδυνο ὅτι στὴ Θεσσα­λονίκη ἦλθε σ᾿ ἐπα­φὴ μὲ τοὺς Βογομίλους, ἐνῶ ὁ βιογράφος του Φιλόθεος Κόκκινος φροντίζει νὰ ἀναιρέση τὴν κατηγο­ρία κατὰ τρό­πο ποὺ δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησι, σημειώ­νοντας ὅτι ἀπὸ τὰ πρῶτα βήματά του στὸ μοναχικὸ βίο, στὸ Παπίκιον ὄρος, ὁ Παλαμᾆς συγκρούσθηκε μὲ τοὺς Βογο­μίλους καὶ ὅτι μάλιστα ἀπειλήθηκε ἀπὸ αὐτοὺς ἡ ζωή του (᾿Εγ­κώμιον, 3, 3-13. Χρήστου, Συγγράμματα, σσ. 66-78). Εἶναι ὁπωσδήποτε βέβαιο ὅτι ἐσημειώθηκε τότε κάποια προσέγγι­σις, ἀλλ᾿ αὐτὴ προερχό­ταν ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν Μασσαλια­νῶν καὶ συνετέλεσε στὴν ἀπορρόφησι τοῦ κυρίου ὄγκου τους ἀπὸ τὸν ὀρθόδοξο μοναχικὸ βίο.

Τὸ ἑπόμενο ἔτος, 1326, ὁ Γρηγόριος, ποὺ ἤδη εἶχε χει­ροτονηθεῖ ἱερεὺς στὴ Θεσσαλονίκη, ἀνεχώρησε μαζὶ μὲ δέκα συνοδούς του μοναχοὺς γιὰ τὴν Βέροια, ὅπου παρέ­μεινε ἐπὶ μιὰ πενταετία. ᾿Εφαρμόζοντας ἐκεῖ αὐστηρὴ μό­νωσι, ἐπερ­νοῦσε τὶς πέντε ἡμέρες τῆς ἑβδομάδας ἔγκλει­στος, ἀσχολού­μενος μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τὴ με­λέτη, ἐνῶ τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ ἐμφανιζόταν γιὰ νὰ μετάσχη στὴ θεία εὐχαριστία. Διέκοψε κάποια ἐποχὴ τὴ μόνωσι κατόπιν εἰδήσεων περὶ τοῦ θανάτου τῆς μητέρας του, γιὰ νὰ μεταβῆ στὴν Κωνσταντινούπολι καὶ παραλάβη τὶς δύο ἀδελφές του, τὶς ὁποῖες ἐγκατέστησε στὴ Βέροια.

Πέντε ἔτη μετὰ τὴν ἐγκατάστασί του στὴ Σκήτη τῆς Βεροίας ἡ κατάστασις σ᾿ αὐτὴ τὴν περιοχὴ κατέστη ἐπι­σφα­λὴς λόγω τῆς καθόδου τῶν Σέρβων ὑπὸ τὸν Στέφανο Δου­σάν, οἱ ὁποῖοι ἐπιδίδονταν σὲ λεηλασίες καὶ ἐξανδραπο­δι­σμούς, τὸν ἀνάγκασαν νὰ φύγη ἀπὸ ἐκεῖ καὶ νὰ ἐπι­στρέψη στὸν ῎Αθωνα, τὸ 1331. ῎Επηξε τώρα τὴν σκηνὴ τῆς ἡσυχίας στὸ πλησιόχωρο πρὸς τὴ Μεγίστη Λαύρα κελλὶ τοῦ ἁγίου Σάββα, ὅπου ἔμεινε ἕως ὅτου τοῦ ἀνατέθηκε ἀπὸ τὴν Κοι­νότητα τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους ἡ ἡγουμενία τῆς Μονῆς ᾿Εσφιγ­μέ­νου, ἑνὸς μεγάλου ἱδρύματος τοῦ ῎Ορους αὐτὴν τὴν ἐπο­χὴ μὲ 200 μοναχούς, ποὺ εἶχε, ὅπως φαίνε­ται κάποια προ­βλή­ματα κι ἐχρειαζόταν τὴν παρουσία μιᾆς ἰσχυρῆς προσω­πικό­τητος. ᾿Αφοῦ ἔμεινε στὴ μονὴ αὐτὴ μόνο ἕνα ἔτος (1333-1334) ἐπέστρεψε πάλι στὸ ἡσυχαστήριό του.

Σ᾿ αὐτὸ τὸ ἡσυχαστήριο εὑρισκόταν, ὅταν προσκλή­θη­κε σὲ μιὰ εὐρύτερη δραστηριότητα. Κατὰ τοὺς χρόνους τούτους ἦλθε στὴν ῾Ελλάδα ὁ μοναχὸς Βαρλαὰμ ὁ Καλα­βρός, μέλος τῆς ἑλληνικῆς κοινότητος τῆς Νοτίου ᾿Ιταλίας. ᾿Αφοῦ ἐδίδαξε γιὰ ἀρκετὸ χρόνο στὴν Κωνσταντινούπολι, ἀπέκτησε φήμη μεγάλου σοφοῦ, τῆς ὁποίας ἄλλωστε ἦταν ἄξιος, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀπὸ οἴησι εἶχε τὴν συνήθεια νὰ ἐξευτε­λίζη τοὺς ὁμοτέχνους του, ἐδημιούργησε ἐκεῖ βαρειὰ ἀτμό­σφαιρα καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀναγ­κάσθηκε νὰ μετακινηθῆ στὴ Θεσ­σαλονίκη, ὅπου ἐπίσης ἐσημείωσε λαμπρὴ ἐπιτυχία ὡς διδά­σκαλος τῆς φιλοσοφίας. ῾Η σύγκρουσις τῶν δύο τούτων ἀν­δρῶν ἐγέννησε τὴν λεγο­μένη ἡσυχαστικὴ ἔριδα, ποὺ ἐκυ­ριάρχησε στὸν πνευματικὸ βίο τοῦ Βυζαντίου καὶ ἐπηρέασε τὰ πολιτικὰ πράγματα σ᾿ αὐτὸ ἐπὶ μία εἰκοσιπενταετία.

῾Ο Γρηγόριος εἶχε ἤδη δώσει τὰ πρῶτα δείγματα τῆς συγγραφικῆς του παραγωγῆς διὰ τῆς συντάξεως ὡρισμένων ἀσκητικῶν δοκιμίων μικρᾆς ἀκόμη πνοῆς, ἀλλὰ ἀπαιτήθηκε ἡ σύγκρουσις μὲ τὸν Βαρλαάμ, γιὰ νὰ ἐπιστρατεύση ὅλη τὴ δύναμι τῆς σκέψεως καὶ τοῦ καλάμου του. Τοὺς δύο πνευ­ματικοὺς ἄνδρες ἔφεραν σ᾿ ἐπαφὴ γιὰ πρώτη φορὰ οἱ συζη­τήσεις περὶ ἑνώσεως τῶν ᾿Εκκλησιῶν ποὺ ἔγιναν ἐπὶ ᾿Αν­δρονίκου Γ¢ κατὰ τὰ ἔτη 1333 καὶ 1334 στὴν Κωνσταντι­νού­πολι. ῾Ο Βαρλαὰμ ποὺ μετεῖχε στὶς συζητήσεις ὡς ἐκ­πρό­σωπος τῆς ᾿Ανατολικῆς ᾿Εκκλησίας, ἐθεωροῦσε τὸν ἰσχυρι­σμὸ τῶν Λατίνων ὅτι τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται “καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ” ὡς ἄνευ ἐννοίας, ἀφοῦ εἶναι ἀδύνατη ἡ κατα­νόη­σι τῶν κινήσεων ποὺ γίνονται μέσα στὸν ἀκατά­ληπτο Θεό. Τὸ σύγγραμμα τοῦ Γρηγορίου “Λόγοι ᾿Αποδει­κτικοὶ περὶ ῾Αγίου Πνεύματος” καὶ μὲ τὸν τίτλο του μόνο δείχνει τὴν ἀντίθεσί του πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσι.

Τὴν θεολογικὴ ἀντίθεσι ἐπέτεινε ἔπειτα ἀπὸ λίγον καιρὸ ἡ διαφορὰ τῶν δύο σχετικὰ μὲ τὴν ἀσκητικὴ μέθοδο. ῾Ο Βαρλαάμ, ἀφοῦ ἔμαθε ἀπὸ ἕνα ἀφελῆ μοναχὸ περὶ ψυ­χοσωματικῆς τεχνικῆς τῆς προσευχῆς, τὴν ὁποία ἐφήρμοζαν ὡρισμένοι ἡσυχασταί, στηρίζοντας τὸν πώγωνα στὸ στῆθος καὶ προφέροντας νοερῶς καὶ ἀδιαλείπτως τὴν προσευχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ, μὲ σκοπὸ νὰ ἰδοῦν τό θεῖο φῶς, ἀνέλαβε σκληρὴ ἐπί­θεσι κατὰ τῶν ἡσυχαστῶν γενικῶς, χαρακτηρίζοντάς τους ὡς ὀμφαλοψύχους (Παλαμᾆς, Πρὸς Βαρλαὰμ Β¢, 50 κ.ἀ., Χρή­στου, Συγγράμματα, 1, 288). ᾿Επειδὴ παρὰ τὶς συστάσεις τοῦ Γρηγορίου ᾿Ακινδύνου, κοινοῦ φί­λου καὶ τῶν δύο τότε, ἡ ἐπίθεσις τοῦ Βαρλαὰμ συνεχίζετο, προσκλήθηκε στὴ Θεσ­σαλονίκη ὁ Παλαμᾆς, γιὰ νὰ ὑποστη­ρίξη τὶς θέσεις τῶν μο­ναχῶν. Κι αὐτὸς ἐγκαταστάθηκε κοντὰ στοὺς φίλους του τῆς Θεσσαλονίκης, τὸ 1337, κι ἔμεινε ἐκεῖ ἄνω ἀπὸ τρία ἔτη, γιὰ νὰ ἐπιδοθῆ ἀποτε­λεσματικώτερα στὸ ἔργο γιὰ τὸ ὁποῖο προσκλήθηκε, γράφοντας, ὁμιλώντας καὶ συζητώντας. Τὶς παρα­τηρήσεις του γιὰ τὴν πνευματικὴ τελείωσι διετύπωσε στὰ ἐννέα βιβλία τοῦ κλασικοῦ του συγγράμματος, ῾Υπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχα­ζόντων. ῾Η ἐπίμονη προσπάθεια τῶν ἀρχῶν τῆς πόλεως νὰ φέρουν ἠρεμία ἀπέτυχε, παρ᾿ ὅλο ποὺ σὲ μιὰ με­γά­λη σύνα­ξι ὁ Βαρλαὰμ ὑποσχέθηκε ὄχι μόνον νὰ διακόψη τὸν πόλεμο, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπαλείψη τὶς κατηγορίες ἀπὸ τὰ πα­λαιὰ κείμενά του, χωρὶς νὰ τηρήση ὅμως τὶς ὑποσχέσεις.

Τότε οἱ δύο ἄνδρες μετέβηκαν στὴν Κωνσταντινού­πο­λι, γιὰ νὰ φέρουν τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν κρίσι τῶν ἁρμοδί­ων ἀρχῶν. ῾Ο Παλαμᾆς ἦταν ἐφοδιασμένος μὲ τὸν ῾Αγιορει­τικὸ τόμο, ἕνα ὁμολογιακὸ κείμενο ποὺ εἶχε συνταχθῆ ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἄλλους μοναχικοὺς ἡγέτες καὶ εἶχε ὑπογραφῆ προσφά­τως ἀπὸ δυναμικοὺς παράγοντες τοῦ ῾Αγίου ῎Ο­ρους. Σύν­οδος, ποὺ συγκροτήθηκε στὴν πρωτεύουσα τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ 1341 καταδίκασε τὶς θέσεις τοῦ Βαρλαάμ, ὁ ὁποῖος στὴν ἀ­μηχανία του ἐζήτησε τὴν συμβουλὴ τοῦ προ­στάτη του πρω­θ­υπουργοῦ ᾿Ιωάννη Καντακουζηνοῦ· ἡ συμ­βουλὴ τούτου ἦταν νὰ ζητήση ὁ Βαρλαὰμ συγγνώμη ἀπὸ τὸν Παλαμᾆ, ἡ ὁποία ἐδόθηκε προθύμως. Καὶ ἐπεχείρησε μὲν ὁ Βαρλαὰμ νὰ συνε­χίση τὸν ἀγῶνα του, ἀλλ᾿ αὐτὴ τὴ φορὰ ἔχασε τὴν εὔνοια τοῦ Καντακουζηνοῦ, ὁ ὁποῖος ἄλλωστε λόγω τοῦ θανάτου τοῦ αὐτοκράτορος ᾿Ανδρονίκου Γ¢ ἦταν ἐπιφορτισμένος μὲ βαρύτατα καθήκοντα καὶ ἀνή­συχος γιὰ τὸ μέλλον τοῦ κρά­τους. Καὶ ἀναγκάσθηκε νὰ ἀναχωρήση ὁριστικὰ στὴ Δύσι, ὅπου προσχώρησε στὴν Ρω­μαιοκαθολικὴ ᾿Εκκλησία καὶ ἀνα­δείχθηκε σὲ ἐπίσκοπο τοῦ Gerace.

῎Ετσι ἔληξε ἡ πρώτη περίοδος τῆς ἔριδος. Τρία ἦσαν τὰ κύρια ἀντικείμενα ποὺ ἀπασχόλησαν τὶς συζητήσεις· α) ἡ μέθοδος τῆς ἡσυχαστικῆς προσευχῆς, β) ἡ γνῶσις τοῦ Θε­οῦ, γ) ἡ θέα τοῦ θείου φωτός. Τρεῖς ἦσαν καὶ οἱ χρονικές της περίοδοι· α) 1337-1341, β) 1341-1347, γ) 1347-1358. ῍Αν καὶ τὰ θέματα ἐκεῖνα παρουσιάζονται σὲ ὅλες τὶς φάσεις τῆς ἔριδος, θὰ μπορούσαμε νὰ εἰποῦμε ὅτι τὸ καθέ­να τους προσ­ιδιάζει στὴν ἀντίστοιχη χρονικὴ περίοδο.

Κατὰ τὴν δεύτερη περίοδο τῆς ἔριδος, ποὺ κυριαρ­χεῖται ἀπὸ τὸ πολιτικὸ καὶ κοινωνικὸ πρόβλημα, ὁ Γρηγό­ριος διατε­λοῦσε σὲ κατάστασι διωγμοῦ. ῾Η σύνοδος τοῦ ᾿Ιουνίου 1341, ποὺ καταδίκασε τὸν Βαρλαάμ, καὶ τοῦ Αὐ­γούστου 1341, ποὺ καταδίκασε τὸν ᾿Ακίνδυνο, νέο ἀρχηγὸ τῆς ἀντιησυχαστικῆς μερίδος, κατ᾿ οὐσίαν δὲν εἶχαν λάβει θέσι ἔναντι τοῦ ἀντικει­μένου τῆς ἔριδος, ἀλλ᾿ ἁπλῶς κατα­δίκασαν τὴν ἐπιθετικὴ τα­κτικὴ τῶν Βαρλαὰμ καὶ ᾿Ακιν­δύ­νου, ἀπήλλαξαν τὸν Παλα­μᾆ καὶ τοὺς ἄλλους ἡσυχαστὰς τῶν κατηγοριῶν καὶ ἀπαγό­ρευσαν τὴν ἀνακίνησι θεολογι­κῶν ζητημάτων.

Πολλοὶ ἐπίσκοποι, ὑποβλέποντας τὴν αὔξησι τοῦ κύ­ρους τῶν μοναχῶν, καὶ οἱ κύκλοι τῶν ἀναγεννητῶν ἦσαν ἕτοιμοι νὰ ἐπιτεθοῦν κατὰ τοῦ ὑπερασπιστοῦ τῶν ἡσυχα­στῶν· κι εὑρῆκαν εὐκαιρία κατὰ τὴν ἀπελπιστικὴ ἐξέλιξι τῶν πολιτικῶν πραγμάτων ποὺ ἀκολούθησε. Μετὰ τὸν πρόωρο θάνατο τοῦ αὐτοκράτορος ᾿Ανδρονίκου Γ¢, ποὺ ἐπῆλθε τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ 1341 καὶ λόγω τῆς ἀνηλικιότητος τοῦ υἱοῦ του ᾿Ιωάννου Ε¢ Πα­λαιολόγου, δύο ἰσχυροὶ ἄνδρες θέλησαν νὰ καταστοῦν ρυθ­μι­σταὶ τῆς καταστάσεως, ὁ καθένας γιὰ δικό του λογαρια­σμό· ὁ δομέστικος (πρωθυπουργός) ᾿Ιωάννης Καν­τακουζη­νὸς καὶ ὁ μέγας δοὺξ (ἀρχιναύαρχος) ᾿Αλέξιος ᾿Από­καυκος. ᾿Αλλὰ ἀμέσως παρενέβηκε στὸν ἀγῶνα καὶ ὁ πατρι­άρχης ᾿Ιωάννης Καλέκας, ἄνθρωπος μὲ πολιτικὰ ἐνδιαφέ­ρον­τα καὶ πιστὸς στὴν παλαιὰ παράδοσι τῶν πατριαρχῶν νὰ εἶναι φύλακες τῆς νόμιμης διαδοχῆς τοῦ αὐτοκρατορικοῦ θρό­νου ἐναντίον κάθε αὐθαιρέτου διεκδικητοῦ, ἰδίως σὲ περί­πτω­σι ἀνηλικιό­τητος τοῦ διαδόχου. ᾿Επειδὴ ὁ Καντακουζηνὸς ἐφαι­νόταν ἐπικινδυνότερος, ὁ Καλέκας ἐτάχθηκε μὲ τὸ μέρος τοῦ ᾿Απο­καύκου. Οἱ δύο παρατάξεις συγκρούσθηκαν σκλη­ρῶς, ὁ δὲ Καντακουζηνὸς ἐγκατέστησε τὴν ἕδρα του στὸ Διδυμό­τειχο καὶ ἀργότερα στὴν ᾿Αδριανούπολι, ὅπου ἐστέ­φθηκε αὐτο­κράτωρ (1346).

῾Ο Γρηγόριος Παλαμᾆς, βλέποντας ὅτι αὐτὴν τὴν ἐπο­χὴ τὸ μέλλον τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τῆς πολιτείας ἦταν κοινό, ἐνδιαφερόταν νὰ ἰδῆ στὴν ἐξουσία ἕναν ἄνδρα ἱκανὸ ν᾿ ἀντι­δράση κατὰ τῶν ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν καὶ νὰ διαλύση τὴν ἐσω­τερικὴ σύγχυσι. ῎Ισως μάλιστα στὸ πρόσωπο τῆς βασιλο­μή­τορος ῎Αννας, πριγκήπισσας ἀπὸ τὴν Σαβόϊα, νὰ διέβλεπε τότε κάποιον κίνδυνο ὑποταγῆς τῆς ᾿Ανατολικῆς ᾿Εκκλησίας στὴ Ρώμη· ἀλλὰ ἡ ὑποψία ἦταν ἀβάσιμη, ἀφοῦ ἡ ῎Αννα ἔ­μεινε μέχρι τέλους πιστὴ στὴν ὀρθοδοξία. ᾿Ενόμι­σε λοιπὸν ὅτι δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ εὑρεθῆ στὴν αὐτοκρα­τορία ἄλλος ἱκανώ­τερος ἀπὸ τὸν Καντακουζηνό, ὁ ὁποῖος μάλιστα δὲν ἦταν τότε ἀκόμη στενὸς φίλος τοῦ Παλαμᾆ, ἀλλ᾿ ἀντιθέτως ἦταν προστάτης τῆς ᾿Αναγεννήσεως καὶ τοῦ Βαρλαάμ.

Στὸν ἐμφύλιο πόλεμο ἔλαβαν μέρος καὶ οἱ λαϊκὲς τά­ξεις, ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο περὶ λαϊκῆς ἐξεγέρσεως ἐναντί­ον τῶν εὐγενῶν, ὅπως πολλοὶ ἱστορικοὶ ἐδέχονταν παλαιό­τερα, ἰδίως γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη. ῍Αν ὁ Καντακουζηνὸς ἀνῆκε στὴν τάξι τῶν εὐγενῶν καὶ πλουσίων, οἱ ἡσυχασταὶ ποὺ τελικὰ τοῦ συμπαραστάθηκαν ἦσαν κήρυκες τῆς πτω­χείας· ἐξ ἄλλου ἡ οἰκογένεια τῶν Παλαιολόγων ποὺ ἦταν στὴν κορυφὴ τῆς ἄλλης παρατάξεως ἦταν ἡ αὐτοκρατο­ρικὴ οἰκογένεια.

῾Η μετὰ τὸ 1341 δίωξις τοῦ Παλαμᾆ ὀφείλεται στὴν ἄτεγκτη στάσι τοῦ πατριάρχη ᾿Ιωάννη Καλέκα καὶ τὴν ἐπι­μονὴ τοῦ Γρηγορίου ᾿Ακινδύνου. ῾Ο ᾿Ακίνδυνος, νεαρὸς καὶ εὐφυὴς θεολόγος ἀπὸ τὸ Πρίλαπο, ποὺ ἄλλοτε ἐθεωροῦσε τὸν Παλαμᾆ ὡς διδάσκαλό του (᾿Αντιρρητικὸς πρὸς ᾿Ακίν­δυνον, 3, 1, 2. Χρήστου, Συγγράμματα, 3, 161) ὡς πρὸς τὸ γνωσιολογικὸ μὲν πρόβλημα εἶχε ταχθῆ πρὸς τὴν πλευρὰ τοῦ Βαρλαάμ, ὡς πρὸς τὸ ἀσκητικὸ δὲ συμφωνοῦσε μὲ τὸν Πα­λαμᾆ· γι᾿ αὐτὸ ἀκολούθησε τὴν μοῖρα τῶν με­τριοπαθῶν, ποὺ συνθλίβονται μεταξὺ ἰσχυρῶν ἀντιπάλων τῶν δύο ἄκρων. Αὐτὴ τὴ θέσι προσπαθοῦσε νὰ τηρήση καὶ ὁ Καλέκας. ᾿Απο­τέλεσμα αὐτῆς τῆς τάσεως ἦταν ἡ διὰ βαθμιαίων μέτρων ἀποκατάστασις τοῦ ᾿Ακινδύνου καὶ ἡ ἐπίσης διὰ βαθμιαίων μέτρων καταδίκη τοῦ Πα­λαμᾆ. ῾Ο Παλαμᾆς, ἀρχικὰ μὲν ἀπο­σύρθηκε στὴ μονὴ ἁγί­ου Μιχαὴλ στὸ Σωσθένιο τοῦ Βοσπό­ρου κι ἔπειτα στὴν ῾Ηράκλεια.

᾿Απὸ ἐκεῖ προσκλήθηκε στὰ ἀνάκτορα γιὰ νὰ δώση ἐξηγήσεις σχετικὰ μὲ τὴν ἀνακίνησι δογματικῶν ζητημάτων. Τότε, ἂν καὶ εὑρέθηκε ἀθῶος ἀπὸ τὴν σύγκλητο, ὁ Καλέ­κας τὸν ἐνέκλεισε σὲ μιὰ μονὴ μὲ φρουρά, τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1342, καὶ ἀργότερα τὸν μετακίνησε σὲ ἄλλη μονὴ ποὺ ἦταν πλησιέστερη πρὸς τὸ πατριαρχεῖο. Μετὰ δύο μῆνες ὁ Γρηγόριος μαζὶ μὲ ἄλλους 16 μοναχοὺς κατέφυγαν στὴν ῾Α­γία Σοφία, ἀλλὰ τὸν ᾿Απρίλιο τοῦ 1343 ὁ Καλέκας τοὺς συνέλαβε, μὲ τὸ πρόσχημα ὅτι ἄσυλο εἶναι τὰ εἰδικὰ γι᾿ αὐτὸν τὸν σκοπὸ οἰκήματα καὶ ὄχι ὁ ναός. ᾿Εγκλείσθηκε τότε στὴ φυλακὴ τῶν ἀνακτόρων, ὅπου ἐπρό­κειτο νὰ παραμείνη ἐπὶ τέσσερα περίπου ἔτη, μαζὶ μὲ ἄλλους πολιτικοὺς κρα­τουμένους. Μὲ ἀπόφασι μιᾆς ἐνδη­μούσης συνόδου (1344) ἀπο­κόπηκε ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὴν κατη­γορία ὅτι παρερμήνευε τὴν ἀπόφασι τῆς συνόδου τοῦ 1341 καὶ ὅτι ἠρνεῖτο τὴν μνημόνευσι τοῦ πατριάρχου στὶς ἀκο­λουθίες. Οἱ περιπέτειες αὐτὲς δὲν τὸν ἐμπόδισαν νὰ γράψη πλῆθος ἐπιστολιμαίων δοκιμίων καὶ πραγματειῶν, ἀνάμεσα στὶς ὁποῖες ἐξέχουν οἱ ᾿Αντιρρητικοὶ πρὸς ᾿Ακίνδυνον.

᾿Απὸ τὸ ἔτος 1346 ἄρχισε νὰ διαφαίνεται ἡ μεταβο­λὴ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων. Κατόπιν παρεμβάσεως τῆς ῎Αννας στὶς 2 Φεβρουαρίου 1347 μιὰ σύνοδος ποὺ τὴν ἀπετέλεσαν ἀρχιερεῖς τῆς παρατάξεώς της κατεδίκασε κι ἐκήρυξε ἔκπτω­το τὸν ᾿Ιωάννη Καλέκα. Τὸ βράδυ αὐτῆς τῆς ἡμέρας εἰσῆλ­θε στὴν Κωνσταντινούπολι ὁ ᾿Ιωάννης Καντα­κουζηνός· ἡ ῎Αν­να ἔστειλε σ᾿ αὐτὸν ἀντιπροσώπους γιὰ διαπραγματεύσεις τὸν Γρηγόριο Παλαμᾆ καὶ τὸν πενθερὸ τοῦ Καντακουζηνοῦ ᾿Ανδρόνικο ᾿Ασάνη, ποὺ ἀκριβῶς αὐτὴ τὴν ὥρα ἀπολύθηκαν ἀπὸ τὶς φυλακές. Τὸν πατριαρχικὸ θρόνο κατέλαβε ὁ ἡσυ­χαστὴς ᾿Ισίδωρος, ποὺ ἐφρόντισε γιὰ τὴν ἐκλογὴ 30 νέων ἐπισκόπων πρὸς ἀναπλήρωσι τῶν με­γάλων κενῶν. ῎Ετσι ἔλη­ξε ἡ δεύτερη περίοδος τῆς ἡσυχα­στικῆς ἔριδος.

῾Ο διαπρεπέστερος ἀνάμεσα στοὺς ἐκλεγέντες τότε νέ­ους ἐπισκόπους ὑπῆρξε ὁ Γρηγόριος Παλαμᾆς ποὺ ἐχει­ρο­τονήθηκε γιὰ τὴν ἕδρα τῆς Θεσσαλονίκης. ᾿Αλλὰ στὴν πόλι αὐτὴ τὰ πράγματα ἦσαν ταραγμένα ἀπὸ πενταετίας. Μιὰ κί­νησις ποὺ ὡς ἀρχικὸ σκοπὸ εἶχε ν᾿ ἀντιδράση ἐναν­τίον τῆς προσπάθειας τοῦ ᾿Ιωάννη Καντακουζηνοῦ νὰ ἀναρριχηθῆ στὸ θρόνο τοῦ Παλαιολόγου, ἐξελίχθηκε σὲ ὀχλοκρατία καὶ τέλος ἐπέβαλε καθεστὼς φιλικὸ πρὸς τοὺς Παλαιολόγους καὶ ἐχ­θρικὸ πρὸς τὸν Καντακουζηνὸ καὶ τοὺς εὐγενεῖς τῆς πόλε­ως ποὺ ἦσαν ὀπαδοί του. Τὸν κύριο ὄγκο τῶν ἐπαναστατῶν συγκροτοῦσαν οἱ λεγόμενοι Ζηλω­ταί. Παλαιότερα οἱ ἱστορι­κοὶ ἀναζητοῦσαν σ᾿ αὐτὴν τὴν ἀνταρσία κίνητρα δημοκρα­τι­κὰ καὶ ἀντεκκλησιαστικά, στη­ρίζοντας τὶς ἀπόψεις των σ᾿ ἕνα ἔργο τοῦ Νικολάου Καβά­σιλα, τὸ ὁποῖο ὅμως, ὅπως ἔ­δειξε ὁ I. ŠevcÚenko δὲν ἀναφέρε­ται στὴ Θεσσαλονίκη ἀλλὰ στὴν Κωνσταντινούπολι (DOP IX [1957] 80-171).

Οἱ Ζηλωταὶ ἐπῆραν τὸ ὄνομά τους ἀπὸ τὴν αὐστηρὴ θρησκευτικὴ μερίδα τῆς βυζαντινῆς κοινωνίας, ποὺ εὑρισκό­ταν σὲ ἀδιάκοπη ἀντίδρασι πρὸς τὶς πολιτικὲς ἐπεμβάσεις στὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα. Στὶς τάξεις των κυριαρχοῦ­σαν συνήθως ἀνέντακτοι μοναχοί, ἀλλὰ κατὰ τὶς διαδη­λώσεις προσθέτονταν σ᾿ αὐτοὺς ἄνθρωποι πτωχοί, ἐπαῖτες καὶ περί­εργοι. Μὲ τὸν καιρὸ ἡ μερίδα ἔλαβε διαφορετικὴ διαμόρ­φωσι, καὶ μάλιστα στὴ Θεσσαλονίκη αὐτὴ τὴν ἐποχὴ ὑπερ­ίσχυσε τὸ πολιτικὸ στοιχεῖο, χωρὶς πάντως νὰ ἐμφανί­ση αὐτὴ ἀντιθρησκευτικὲς καὶ ἀντεκκλησιαστικὲς τάσεις. Πρόσφυγες ποὺ ἦλθαν ἀπὸ τὰ ἐδάφη ποὺ εἶχαν καταλάβει πρόσφατα οἱ Σέρβοι καὶ προστέθηκαν στοὺς πτωχοὺς τῆς πόλεως, ἐπίε­σαν τὴν ἡγεσία τῶν Ζηλωτῶν νὰ λάβη μέτρα σὲ βάρος τῶν πλουσίων ποὺ ἀπέληξαν σὲ κοινὴ λεηλασία. ᾿Εξωτερικὴ ἀφορ­μὴ ἐδόθηκε ἀπὸ τὴν διεκδίκησι τῆς ἐξουσί­ας ἀπὸ τὸν Καν­τακουζηνό. ᾿Εναντίον αὐτοῦ ἐτάχθηκαν οἱ Ζηλωταὶ γιὰ δύο λόγους· πρῶτα, διότι ἦσαν ἀφοσιωμένοι στὴν οἰκογένεια τῶν Παλαιολόγων, τῆς ὁποίας ἐπίλεκτα μέλη διέμεναν κατὰ και­ροὺς στὴ Θεσσαλονίκη κι ἐκυβερ­νοῦσαν τὴν περιοχή, καὶ δεύ­τερο, διότι ὁ Καντακουζηνὸς ἦταν θιασώτης τῆς ἐνισχύσεως τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ἐνῶ τὸ πολιτικὸ κλῖμα τῆς Θεσσα­λονίκης εὐνοοῦσε τὴ διοικητικὴ αὐτονομία.

᾿Επειδὴ ὁ Παλαμᾆς εὑρισκόταν πλέον στὸ πλευρὸ τοῦ Καντακουζηνοῦ, δὲν ἔγινε δεκτὸς ὡς ἀρχιεπίσκοπος τὸ 1347, παρὰ τὴν συμφιλίωσι τῶν δύο αὐτοκρατόρων ᾿Ιωάν­νη Ε¢ καὶ ᾿Ιωάννη ΣΤ¢. ῎Επειτα ἀπὸ πολύμηνη παραμονὴ στὸ ῞Αγιο ῎Ορος ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολι, φέ­ροντας ἐκεῖ προ­τάσεις τοῦ Σέρβου βασιλέως Στεφάνου Δουσάν. Σὲ μιὰ ἄλλη προσπάθειά του νὰ εἰσέλθη στὴν πόλι, οἱ Ζηλωταὶ προέβα­λαν τὴν ἀξίωσι νὰ μὴ μνημονεύη τὸν Καντακουζηνὸ στὶς λει­τουργίες μαζὶ μὲ τὸν Παλαιολό­γο· ἀλλ᾿ αὐτὸς πιστὸς στοὺς δύο αὐτοκράτορες ἀρνήθηκε νὰ ὑποχωρήση. Μόνο, ὅταν ὁ Καντακουζηνὸς ἐπέβαλε αὐτο­προσώπως τὴν τάξι στὴ Θεσ­σαλονίκη, μπόρεσε νὰ εἰσέλθη σ᾿ αὐτὴν καὶ ὁ Γρηγόριος Παλαμᾆς, τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1350. ᾿Ερχόμενος ὡς εἰρη­νευ­τής, ἀνέπτυξε τὸ θέμα περὶ τῆς εἰρήνης καὶ ἑνότητος τόσο κατὰ τὴν πρώτη του ὁμιλία στὴ Θεσσαλονίκη, ὅσο καὶ στὴν εὐχὴ ποὺ ἀνέπεμψε πρὸς τὸ Θεὸ ἐμπρὸς στὴν πύλη τῆς πόλεως.

“῎Οντως εἰς βάθος ἐπέσαμεν, ὄντως δειναῖς σειραῖς ἁ­μαρ­τημάτων περιεσφίχθημεν... ᾿Απάλλαξον αὐτοὺς τῆς πρὸς ἀλλήλους ἔριδος· κατάλλαξον αὐτοὺς πρὸς ἑαυ­τοὺς καὶ πρὸς ἀλλήλους”.

Τὸ ποιμαντικὸ ἔργο τοῦ Παλαμᾆ διακόπηκε ἕξι μῆ­νες μετὰ τὴν ἐγκατάστασί του στὴν ἕδρα του, λόγω τῆς ἀνανεώ­σεως τῆς ἡσυχαστικῆς ἔριδος ἀπὸ τὸν Νικηφόρο Γρηγορᾆ. ῾Ο Νικηφόρος, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτοτέρους λογί­ους τοῦ Βυ­ζαντίου κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνες τοῦ βίου του, εἶχε δεί­ξει μετριοπάθεια κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἐμφυ­λίου πολέμου, ἂν καὶ ἦταν φίλος τοῦ Καντακουζηνοῦ· γι᾿ αὐτὸ κατέστη συμπαθὴς σὲ ὅλους. ᾿Αλλὰ μετὰ τὴν ἔκλειψι τοῦ ᾿Ακινδύνου ἀπὸ τὴ θεολογικὴ σκηνὴ παρουσιάσθηκε ὡς κατήγορος τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾆ καὶ ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἀντιησυχαστικῆς μερίδος. ῾Η αἰτία τῆς ἐπεμβάσεώς του ὀφείλεται προφανῶς στὶς ἐπιθέσεις τῶν ῾Ησυχαστῶν ἐναντί­ον τῶν ἀναγεννητικῶν κινήσεων, στὶς ὁποῖες μετεῖχε ἐνερ­γῶς καὶ μάλιστα πρωτα­γωνιστοῦσε ὁ Γρηγορᾆς.

Πάντως, ἀφοῦ οἱ μεσολαβητικὲς προσπάθειες τοῦ ᾿Ιωάν­νη Καντακουζηνοῦ ἀπέτυχαν, συγκλήθηκε τὸ 1351 μιὰ σύνο­δος, ποὺ ἐργάσθηκε σὲ δυὸ φάσεις καὶ κατεδίκασε τὸν Γρη­γορᾆ καὶ τοὺς ἐπισκόπους ποὺ τὸν ὑποστήριζαν. Τὸν τόμο ποὺ συντάχθηκε κατὰ τὴν δεύτερη φάσι ὑπέγρα­ψε καὶ ὁ ᾿Ιωάννης Καντακουζηνός, ὁ ὁποῖος τὸν ἔφερε μὲ μεγαλο­πρεπῆ πομπὴ στὸ βῆμα τῆς ῾Αγίας Σοφίας. ᾿Αργότε­ρα τὸν ὑπέγραψε καὶ ὁ ᾿Ιωάννης Παλαιολόγος, ποὺ ἀπου­σίαζε τότε, καθὼς καὶ ὁ δεύτερος συναυτοκράτωρ Ματθαῖ­ος Καντα­κουζηνός. ᾿Εντὸς ὀλίγων ἐτῶν οἱ ἀποφάσεις ποὺ περιλαμβά­νονται στὸν τόμο ἔγιναν δεκτὲς ἀπὸ ὅλη τὴν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκ­κλησία, οἱ δὲ ἀντιδράσεις κατὰ τῶν ἡσυχα­στῶν ὑπῆρξαν στὸ ἑξῆς μεμονωμένες καὶ ἀσήμαντες.

Γιὰ δεύτερη φορὰ διακόπηκε τὸ ποιμαντικὸ ἔργο ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία του. ῾Ο ᾿Ιωάννης Παλαιολόγος, ποὺ διέμενε στὴ Θεσσαλονίκη μαζὶ μὲ τὴν βασιλομήτορα ῎Αννα, ἀνέλαβε νέο ἀγῶνα κατὰ τοῦ Καντακουζηνοῦ, ἀλλ᾿ ἔπειτα ἐκάμφθη­κε κι ἐζήτησε τὴ μεσολάβησι τοῦ Παλαμᾆ γιὰ τὴν συμφι­λίωσί του μὲ τὸν Καντακουζηνό, ἀλλ᾿ ὁ Παλαμᾆς δὲν κατώρ­θωσε ποτὲ νὰ ἐκπληρώση τὴν ἀποστολή του. Μετα­βαίνον­τας μὲ μιὰ τριήρη στὴν Κωνσταντινούπολι, ἀναγκά­σθηκε νὰ προσορμισθῆ στὴν Καλλίπολι, τὴν ὁποία μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶχαν καταλάβει οἱ Τοῦρκοι, πατώντας γιὰ πρώτη φορὰ αὐτονόμως τὸ ἔδαφος τῆς Εὐρώπης. Συν­ε­λήφθηκε αἰχ­μάλωτος ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸν Μάρτιο τοῦ 1354 μαζὶ μὲ μερικοὺς συνοδούς του. Οἱ Τοῦρκοι, ὅταν ἀντιλήφθηκαν ὅτι πρόκειται περὶ διασήμου ἀνδρός, ὥρισαν ὑψηλὸ τίμημα ὡς λύτρο γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσί του καί, ἕως ὅτου φανοῦν ἐκεῖ­νοι ποὺ θὰ τὸ πρόσφεραν, τὸν περιέφεραν σὲ πολλὲς πόλεις τῆς ἐπικρατείας των, ὅπως ἦταν ἡ Λάμ­ψακος, ἡ Προῦσα καὶ ἡ Νίκαια.

῾Υπέστη μεγάλες ταλαιπωρίες ἐπὶ ἕνα ἔτος, ἀλλ᾿ εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ ἔρχεται σ᾿ ἐπαφὴ μὲ τοὺς παράγοντες τῶν συρρικνωμένων ἑλληνικῶν κοινοτήτων τῆς Μικρᾆς ᾿Ασίας καὶ νὰ συζητῆ μὲ μουσουλμάνους θεολόγους. Μιὰ συζήτησι ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὸν καὶ τοὺς αἰνιγματικοὺς Χιόνες ὠργάνωσε ὁ ἐμίρης τῶν Τούρκων ᾿Ορχάν. ᾿Αβέβαιος γιὰ τὸ μέλλον τῆς αὐτοκρατορίας, μὲ χαρὰ ἐδέχθηκε τὴν πρόβλεψι ἑνὸς Τούρ­κου συνομιλητοῦ του περὶ μελλοντικῆς συμφωνίας τῶν ὀπα­δῶν τῶν δύο θρησκευμάτων, ἀλλὰ βέβαια κατὰ τὴν ἰδική του ἑρμηνεία· κι εὐχήθηκε νὰ ἔλθη γρήγορα ἐκείνη ἡ ἡμέρα (᾿Επιστολὴ αἰχμαλωσίας, 11. Χρήστου, Συγγράμματα 4, 146).

῾Ο Γρηγόριος ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὰ χέρια τῶν Τούρ­κων κατόπιν καταβολῆς πλουσίων λύτρων. ῾Ως πρὸς τὴν προ­έλευσι τῶν λύτρων ὑπάρχουν δύο εἰδήσεις διαφορετικές· κατὰ τὴν μία τὰ κατέβαλε ὁ αὐτοκράτωρ ᾿Ιωάννης Καντα­κουζη­νός, ποὺ εἶχε παραιτηθῆ ἀπὸ τὸν θρόνο του πλέον, κατὰ τὴν ἄλλη τὰ κατέβαλαν Σέρβοι ἔμποροι ποὺ ἐνεργοῦ­σαν πιθανῶς γιὰ λογαριασμὸ τοῦ Στεφάνου Δουσάν, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἐπεδίωκε τὸν προσεταιρισμὸ τοῦ Γρηγορίου πρὸς διευκό­λυν­σι τῶν πολιτικῶν του σχεδίων.

῞Οταν μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσί του ἦλθε στὴν Κων­σταντινούπολι, εὑρέθηκε ἐμπρὸς σὲ σοβαρὲς μεταβολὲς στὴν πολιτεία καὶ τὴν ᾿Εκκλησία. ῾Ο ᾿Ιωάννης Καντακουζηνὸς εἶχε ἐγκαταλείψει τὸ θρόνο κι ἐνδυθῆ τὸ μοναχικὸ ρά­σο, καὶ ὁ Κάλλιστος ἐπίσης ἔδωσε τὴν πατριαρχικὴ θέσι του σ᾿ ἕνα ἄλλο φίλο τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾆ, τὸν Φιλόθεο Κόκκινο.

Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1355 ἔφθασε στὴν Κωνσταντι­νού­πολι ὁ δυτικὸς ἐπίσκοπος Σμύρνης Παῦλος, λεγᾆτος τοῦ πάπα ᾿Ιννοκεντίου ΣΤ¢, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε ἀπὸ τὸν αὐτο­κράτορα ᾿Ιωάννη Ε¢ νὰ ἰδῆ καὶ ἀκούση ὁμιλοῦντα τὸν Πα­λαμᾆ. Καὶ πράγματι ὁ αὐτοκράτωρ ἐκάλεσε τὸν Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξε τὶς ἀπόψεις του ἐνώπιον καὶ τοῦ λεγά­του. ῾Ο παπικὸς λεγᾆτος, ἂν καὶ γνώστης τῆς ἑλληνικῆς, ὡς ῞Ελ­λην ἀπὸ τὴν Καλαβρία, δὲν ἔλαβε μέρος στὴ συζήτη­σι, ἴσως διότι δὲν ἤθελε νὰ τιμήση μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἕνα κατὰ τὴν ἄποψί του αἱρεσιάρχη ἢ διότι δὲν ἦταν ἕτοιμος γιὰ τέτοια θεολογικὴ συζήτησι. Μετὰ τὴν διάλεξι ὁ λεγᾆτος εἶπε ἰδιαι­τέρως στὸν αὐτοκράτορα ὅτι πολλὰ λέγει ὁ Πα­λαμᾆς, ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι μάταια. Εἶναι φανερὸ ὅτι οἱ κινήσεις τοῦ λεγάτου ἀποτελοῦσαν μέρος ἑνὸς σχεδίου τοῦ ᾿Ιωάννη Ε¢ Παλαιολόγου γιὰ τὴν προσέγγισι τῶν ρωμαιο­καθολικῶν θέ­σεων, κάτι ποὺ θὰ ἐξασφάλιζε στρατιωτικὲς ἐνισχύσεις.

Τὴν ἴδια ἐποχὴ ὁ αὐτοκράτωρ, κατὰ παράκλησι πάλι τοῦ λεγάτου, ὠργάνωσε μιὰ συζήτησι μεταξὺ τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾆ καὶ τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾆ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς γνώσεως καὶ τοῦ φωτός, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπέρρευσε μιὰ σει­ρὰ πραγματειῶν καὶ τῶν δύο ἀνδρῶν.

Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1355 ὁ Γρηγόριος ἐπέστρεψε στὴ Θεσσαλονίκη ὅπου παρέμεινεν ἀδιατάρακτος ἐπὶ τέσσε­ρα ἔτη καὶ πλέον μέχρι τοῦ θανάτου του (1359) καὶ ἐπέδειξε τὰ πλού­σια ποιμαντικὰ προσόντα του. ᾿Επότισε ἀφθόνως μὲ τὸν ζω­τικό του λόγο τὶς διψασμένες ψυχὲς τοῦ ποιμνίου, καθοδή­γησε μεθοδικῶς τὰ μοναχικὰ φροντιστήρια τῆς μη­τροπόλεως κι ἐπιμελήθηκε τοῦ κοινωνικοῦ ἔργου, ἔχοντας συμπαρα­στά­τρια τὴ βασίλισσα ῎Αννα, ποὺ διοικοῦσε τὴν πόλι. Τὸ ἔργο του τώρα δὲν διαταράχθηκε παρὰ μόνο ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, μιὰ νέα βαρύτερη φάσι παλαιᾆς ἀσθενείας τῶν σπλάγχνων, ποὺ ἐπέφερε καὶ τὸν θάνατό του, τὴν 14 Νοεμβρίου 1359 σὲ ἡλικία 63 ἐτῶν, μετὰ ἀρχιερατεία δώ­δεκα καὶ ἡμίσεως ἐτῶν, τῶν ὁποίων τὰ μισὰ περίπου ἐπέ­ρασε ἐκτὸς ἕδρας.

ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ

῾Ο Γρηγόριος συνέταξε μέγα πλῆθος συγγραμμάτων, τὰ ὁποῖα σώζονται σχεδὸν ὅλα. Περὶ τῆς λογοτεχνικῆς ἀξίας τῶν ἔργων του ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ὑψηλὴ γνώμη, δι­καιολο­γού­μενος ὅτι ἐγκατέλειψε τὶς μελέτες του γύρω ἀπὸ τὴν λογο­γραφία ἀπὸ πολὺ καιρό. ᾿Αγαποῦσε τὴν καλλιλο­γία, ἀλλ᾿ ἀφοῦ δὲν μποροῦσε νὰ προσδώση ἐπαρκὲς κάλλος στὸ λόγο του, λέγει, ἐπεδίωκε νὰ φθάση στὸ ἀνάλογο ὕψος τῶν ἐν­νοιῶν, πρᾆγμα ποὺ θεωρεῖ “πρῶτον κάλλος” (῾Υπὲρ ῾Ησυχα­ζόντων 3,1,2. Χρήστου, Συγγράμματα 1, 616 ἑξ.). Στὸ χω­ρίο αὐτὸ δηλώνει ὅτι ἔγραφε “πρὸς ἀνάγκην” καὶ ὄχι “πρὸς ἐπίδει­ξιν”, ἔγραφε δηλαδὴ περιστασιακῶς. ῾Ο λόγος του ἔχει πολλὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ βυζαντινοῦ κηρύγματος· εἶναι ὁρ­μητικός, αὐτοσχέδιος καὶ πλήρης ἐπαναλήψεων, ἀλλὰ εἶ­ναι συγχρόνως ἀπερίτεχνος καὶ φυσικός. ῾Η ἔκθεσίς του ποικίλλε­ται μὲ γραφικὰ χωρία καὶ λειτουργικοὺς στίχους, ἀλλ᾿ ἐπίσης πλουτίζεται μὲ λόγια λαϊκὰ καὶ μὲ παροιμίες. Εἶναι συχνὰ πολεμικὸς καὶ ὑποκειμενικός, διότι συνήθως ἀπευθύνεται πρὸς ἀντιπάλους.

Α¢. Συγγράμματα περὶ ῾Αγίου Πνεύματος. ῾Ο Βαρλαὰμ Καλαβρός, ποὺ ἦταν ἡγέτης τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Πα­τριαρχείου κατὰ τὶς συζητήσεις μὲ τὴν παπικὴ ἀντιπρο­σω­πεία περὶ ἑνώσεως τῶν ᾿Εκκλησιῶν στὴν Κωνσταντι­νού­πολι (1334) ὑπεστήριζε τὴν ὀρθόδοξη ἀνατολικὴ ἄποψι προφο­ρι­κῶς καὶ γραπτῶς μὲ μιὰ παράδοξη ἐπιχειρημα­το­λογία· ἔλεγε δηλαδὴ ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν Δυτικῶν περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος δὲν εἶναι ἀσφαλής, ὡς μὴ στηριζόμενος στὴ λογική, ἐφ᾿ ὅσον ἡ ἀκριβὴς γνῶσις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀδύ­νατη. Τοῦτο ὅμως ὑπέσκαπτε καὶ τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος τὰ θεμέλια. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Παλαμᾆς συνέταξε τοὺς Δύο ᾿Αποδει­κτικοὺς λόγους περὶ ῾Αγίου Πνεύματος, στοὺς ὁποίους τονί­ζει ὅτι ἐπὶ τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει ἀπόδειξις, ἀλλ᾿ αὐτὴ εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὶς λο­γικὲς κατασκευὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ στηρίζεται στὴν παράδοσι, τὴν πίστι καὶ τὸν φωτισμό. Καὶ ἀναπτύσσει βάσει τῆς παλαιοτέρας θεολογίας τὸ δόγμα περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκχύσεως διὰ (ἢ ἐκ) τοῦ Υἱ­οῦ. Οἱ δύο αὐτοὶ λόγοι, ποὺ ἐγράφηκαν τὸ 1335, ὑποβλή­θηκαν σὲ ἀναθεώρησι τὸ 1355, μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἀφίξε­ως στὴν Κωνσταντινούπολι τοῦ παπικοῦ λεγάτου Παύλου. Τὴν ἴδια ἐποχή, ὁ Γρηγόριος ἔγραψε τὸ σύντομο ἔργο ᾿Αντεπιγραφαὶ εἰς τὰς ἐπιγραφὰς τοῦ ᾿Ιωάννη Βέκκου, τοῦ λατινόφρονος πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ εἶχε καταρτίσει ἀνθολογία πατερικῶν χωρίων, γιὰ νὰ δείξη ὅτι τὸ λατινικὸ δόγμα εἶναι σύμφωνο μὲ τὴν πατερικὴ διδα­σκαλία.

Β¢. ᾿Επιστολαὶ πρὸς τοὺς ἡγέτες τῶν ἀντιησυχαστῶν. Προέρχονται ἀπὸ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἔριδος καὶ ἐξεικονί­ζουν καλὰ τὰ ἐπεισόδια τῆς πρώτης φάσεώς της. Α¢ Πρὸς ᾿Ακίν­δυνον, τοῦ ἔτους 1336. ᾿Επανέρχεται στὸ θέμα περὶ ἐκπο­ρεύσεως, ἀφοῦ ὁ ᾿Ακίνδυνος τοῦ ἐγνωστοποίησε ὅτι ὁ Βαρ­λαὰμ ἐστενοχωρήθηκε ἀπὸ τὸν τόνο τῶν περὶ Πνεύμα­τος συγγραμμάτων του. Β¢ Πρὸς ᾿Ακίνδυνον, ἀρχὲς τοῦ 1337. ᾿Απαντᾆ σὲ γράμματα τοῦ ᾿Ακινδύνου, ποὺ τοῦ ἐζη­τοῦσε με­τριοπάθεια, τονίζοντας ὅτι ὑπεράνω τῶν προσωπι­κῶν συμπα­θειῶν κεῖται ἡ ἀλήθεια. Α¢ Πρὸς Βαρλαάμ, ἀρ­χές τοῦ 1337. Εἶναι πραγματεία ἀπαντητικὴ σ᾿ ἐπιστολὴ τοῦ Βαρλαὰμ περὶ τοῦ γνωσιολογικοῦ κυρίως θέματος, μὲ τὴν ὁποία ἐπιδιώκε­ται ἡ συντριβὴ τῆς διαλεκτικῆς μεθόδου τοῦ Βαρλαὰμ καὶ ἡ ἀνάδειξις τῆς ἀποδεικτικῆς διὰ τῆς βιβλικῆς καὶ πατερικῆς αὐθεντίας μεθόδου. Δὲν ἐμφανίζεται σ᾿ αὐτὴν διάθεσις ρήξε­ως μὲ τὸν Βαρλαὰμ καὶ ἀναγνωρίζε­ται ἡ εὐφυΐα καὶ ἡ πλου­σία μόρφωσί του. Β¢ Πρὸς Βαρ­λαάμ, θέρος τοῦ 1337. Εἶναι πραγματεία ποὺ συμπληρώνει τὴν προηγουμένη. ῾Ο Παλα­μᾆς ἀντιμετωπίζοντας τὴν ἄποψι τοῦ Βαρλαάμ, ὅτι ὁ Θεὸς προηγεῖται τῶν κοινῶν ἐννοιῶν καὶ ἀξιωμάτων, καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν ὑπόκειται στὴν δι᾿ αὐτῶν ἀποδεικτικὴ μέθοδο, ἀπαντᾆ ὅτι ἀντιθέτως τὰ φθαρτὰ πράγματα δὲν ἔχουν ἀπόδειξι, ἐνῶ στὰ αἰώνια χωρεῖ ἀπό­δειξις, μόνο ποὺ αὐτὴ ἡ ἀπόδειξις δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀν­θρώπινο κατασκεύασμα. Γ¢ Πρὸς ᾿Ακίνδυ­νον, ἀρχὲς τοῦ 1341. ῾Η ἔρις λαμβάνει τώρα τὴν ἡσυχα­στι­κή της μορφή, κι ἔτσι ὁ Παλαμᾆς ἐδῶ περὶ διακρίσεως οὐσί­ας καὶ ἐνερ­γειῶν τοῦ Θεοῦ, τῆς πρώτης ἄκτιστης καὶ ἀκατά­ληπτης, τῶν δευτέρων ἐπίσης ἀκτίστων ἀλλὰ καταληπτῶν.

Γ¢. Συγγράμματα ῾Υπὲρ τῶν ῾Ησυχαζόντων. Πρόκειται περὶ μιᾆς ἐκτενοῦς συνθέσεως ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τρεῖς τριάδες βιβλίων, δηλαδὴ συνολικῶς ἀπὸ ἐννέα βιβλία. ῾Ο Βαρλαὰμ εἶχε συντάξει ἕνα ἔργο σὲ τρία βιβλία, ὅπου ἀνέ­πτυσσε τὶς ἀπόψεις του περὶ γνώσεως καὶ φωτισμοῦ μὲ σα­φῆ τάσι ἐναντίον τῶν ῾Ησυχαστῶν. ῾Ο Παλαμᾆς, ὅταν ἐπλη­ροφορήθηκε γιὰ τὸ περιεχόμενό του, τὸ ὁποῖο ἐτηρεῖ­το ἀπό­κρυφο, καὶ χωρὶς νὰ τὸ ἰδῆ ὁλόκληρο, ἔγραψε τρία ἀντί­στοιχα βιβλία, τὸ 1338. Στὸ πρῶτο βιβλίο ἀξιολογεῖ τὴν ἔξω σοφία δίδοντάς της περιωρισμένη ἀξία καὶ ὁμιλών­τας περὶ δύο γνώσεων, τῆς ἀνθρωπίνης καὶ τῆς θείας· στὸ δεύ­τερο πραγματεύεται περὶ τῆς συγκρατήσεως τοῦ νοῦ μέσα στὸ σῶμα, τὸ ὁποῖο κατὰ τὶς συνθετικὲς ἀνθρωπολο­γικές του προϋποθέσεις, θεωρεῖ ἄξιο ἁγιασμοῦ· στὸ τρίτο πραγμα­τεύεται περὶ θείου φωτισμοῦ καὶ τελειώσεως. Τὸ ἑπόμενο ἔτος ἔλαβε γνῶσι αὐτουσίου τοῦ ἔργου τοῦ Βαρ­λαάμ, ὁπότε ἐπανῆλθε στὸ θέμα κι ἔγραψε ἄλλα τρία βι­βλία μὲ περισ­σότερη ἐπεξεργασία. ῎Επειτα ὁ Βαρλαὰμ συνέ­ταξε τὸ ἔργο του Κατὰ Μασσαλιανῶν, στὸ ὁποῖο κατηγο­ροῦσε τοὺς ῾Ησυ­χαστὰς καὶ τὸν Γρηγόριο προσωπικῶς ὅτι δέχονται τὶς ἀντι­λήψεις τῶν Μασσαλιανῶν, ὅπως ἐλέγονταν τότε συνήθως οἱ Βογόμιλοι, περὶ τῆς σημασίας τῆς προσευ­χῆς καὶ τῆς θέας τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴν τὴν κατηγορία ἀπέδειξε ὁ Γρηγόριος διὰ τριῶν νέων βιβλίων, ποὺ ἔγραψε στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 1341. Τὴν δυνατότητα μεθέξεως τοῦ Θεοῦ στηρίζει στὴν διάκρισι μεταξὺ τῆς ἀκατάληπτης οὐσίας καὶ τῶν καταληπτῶν καὶ μεθεκτῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ.

Δ¢. ῾Ομολογιακὰ κείμενα. Πρῶτο ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ὁ ῾Αγιο­ρειτικὸς τόμος, ποὺ συντάχθηκε τὸ 1340 καὶ ὑπογρά­φηκε ἀπὸ τοὺς ἡγετικοὺς παράγοντες τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους· ὁμιλεῖ περὶ τοῦ φωτισμοῦ διὰ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Πνεύ­μα­τος, ὁ ὁποῖος διανοίγει τὴν διάνοια. ῎Ερχεται ἔπειτα ἡ ῾Ομο­λογία Πίστεως, ἡ ὁποία συντάχθηκε στὶς φυλακὲς τὸ 1344 καὶ ἐγκρίθηκε ἀπὸ τὴ σύνοδο τοῦ 1351. ῾Η ᾿Αναί­ρεσις τοῦ τόμου τοῦ Καλέκα, ἀνασκευάζει ἐπιστολὴ τοῦ πατριάρχου μὲ τὴν ὁποία ἀνακοίνωνε τὴν καταδίκη τοῦ Παλαμᾆ, τὸ 1345. Στὸ ἴδιο ἔτος ἀνήκει καὶ ἡ ᾿Αναίρεσις γράμματος τοῦ ᾿Ιγνατίου ᾿Αντιοχείας, μὲ τὴν ὁποία ἀνέτρε­πε γράμμα τοῦ ᾿Ι­γνατίου, καταδικαστικὸ γιὰ τὸν ἴδιο. Μὲ τὴν ᾿Αναίρεσιν γράμ­ματος τοῦ πατριάρχου Καλέκα, ἀνα­σκευάζει τὴν ἑρμηνεία συλ­λογῆς χωρίων, τὰ ὁποῖα εἶχε κυκλοφορήσει ὁ πατριάρχης, τὸ 1346.

Ε¢. ᾿Επιστολαὶ ἀναφερόμεναι στὴν ἔριδα. Προέρχονται σχεδὸν ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὴ δεύτερη περίοδο τῆς ἔριδος, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ διωγμοῦ καὶ τῆς φυλακί­σε­ως τοῦ Παλαμᾆ. 1) Πρὸς ᾿Αρσένιο Στουδίτη, στὴν ὁποία ἀνα­σκευάζει τὴν περὶ διθεΐας κατηγορία ἐναντίον του (1342). 2) Πρὸς ᾿Ιωάννην Γαβρᾆν, φίλο τοῦ ᾿Ακινδύνου καὶ ἀντιησυ­χαστή, ποὺ περιέχει ἔκθεσι συζητήσεως τοῦ Γρηγο­ρίου μὲ ἄλλο φίλο τοῦ ᾿Ακινδύνου (1342). ῾Ο ᾿Ακινδυνι­στὴς φέρεται νὰ μεταπείθεται. 3) Πρὸς Παῦλον ᾿Ασάνην, μαθητή του, ἀπαν­τητική, στὴν ὁποία ἀναιροῦνται στίχοι τοῦ ᾿Ακινδύνου ἐναν­τίον τοῦ Γρηγορίου (1343). 4) Πρὸς ᾿Αθανάσιο ἐπίσκο­πο Κυ­ζίκου, ὅπου δείχνει ὅτι οἱ περὶ θείου φωτὸς καὶ θείας χάρι­τος ἀπόψεις τοῦ ᾿Ακινδύνου εἶναι ὅμοιες μὲ τοῦ Βαρ­λαάμ. 5) Πρὸς Δαμιανὸν φιλόσοφο. ᾿Αναιρεῖ ἐπίσης τὰ λεγό­μενα στοὺς ἀντιπαλαμικοὺς στίχους τοῦ ᾿Ακινδύνου (1343). 6) Πρὸς Διονύσιον μοναχό, ὅπου δικαιολογεῖ τὴ χρησιμο­ποίησι νέων ὅρων στὴ θεολογία του (1343). 7) Πρὸς Δανιὴλ μητρο­πολίτη Αἴνου, ὅπου παρατη­ρεῖ ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνη μὲ τὰ πράγματα ἡ ἐντύπωσις, ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς πε­παιδευμένους ἐπισκόπους ὑποστήριζαν τὶς ἀπόψεις τοῦ ᾿Ακιν­δύνου καὶ ἐκθέτει τὶς θεολογικές του ἀπόψεις. 8) Πρὸς τὸν Νομοφύλακα Συμεών, τὸν ὁποῖο θέλει νὰ προφυλάξη ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ τῶν ἀντι­ησυχαστῶν (1344). 9) Πρὸς τὸν Βησ­σαρίωνα, λαυριώτη μοναχό, ὅπου ἐκθέτει τὰ συμβάντα στὴ σύνοδο τοῦ 1341 καὶ παραπονεῖται γιὰ τὴν ἔλλειψι κατα­νοήσεως μεταξὺ μερικῶν μοναχῶν τῆς Λαύρας τοῦ ῾Αγί­ου ῎Ορους (1344). 10) Πρὸς Φιλόθεον ἡγούμενον τῆς Λαύ­ρας, ὅπου ἐκθέτει τὰ ἀπὸ τὴ σύνοδο τοῦ 1341 καὶ ἔπειτα γεγο­νότα (τέλος τοῦ 1344). 11) Πρὸς τοὺς γέροντας τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, ὅπου ἐκθέτει τὰ γεγονότα ἀπὸ τὸ 1341 καὶ εὐχα­ρι­στεῖ τοὺς ῾Αγιορεῖτες γιὰ τὴν ἐπιστολή τους πρὸς τὸν πα­τριάρ­χη ὑπὲρ αὐτοῦ (1344). 12) Πρὸς τὸν ἀδελφό του Μα­κάριο ση­μείωμα, ὅπου παρατηρεῖ ὅτι οἱ ῾Αγιορεῖτες δὲν ἔ­χουν κατα­νοήσει ὅτι φωτιὰ καίεται καὶ κυριαρχεῖ (1344). 13) Πρὸς τὸν Μακάριον δεύτερη ἐπιστολή, στὴν ὁποία δη­λώνει ὅτι ἀναμέ­νει αἰσία ἔκβασι τῶν πραγμάτων λόγω τῆς συγ­κρού­σεως τοῦ πατριάρχη ᾿Ιωάννη Καλέκα μὲ τὴν βασι­λομήτορα ῎Αν­να (1345). 14) Πρὸς τὴν βασιλομήτορα ῎Αννα Παλαιο­λο­γίνα, ποὺ ἐγράφηκε κατόπιν ἐπιθυμίας της· τονίζει ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ διθεΐτη ἀνήκει περισσότερο στοὺς ἀντι­πάλους του παρὰ σ᾿ αὐτὸν (1346).

ΣΤ¢. Πραγματεῖες ἀναφερόμενες στὴν ἡσυχαστικὴ ἔρι­δα. ᾿Εγράφηκαν κατὰ τὴν δεύτερη περίοδο τῆς ἔριδος, πλὴν δύο ποὺ ἀνήκουν στὶς ἀρχὲς τῆς ἑπομένης περιόδου. 1) Περὶ ἑνώσεως καὶ διακρίσεως, ὅπου, στηριζόμενος στὸν Διονύσιο ᾿Αρεοπαγίτη, ἐξηγεῖ πῶς ὑπάρχουν μέσα στὸ Θεὸ διακρί­σεις κατὰ τὶς ἰδιότητες τῶν ὑποστάσεων, ἀλλὰ καὶ ἕνωσις κατὰ τὶς κοινὲς ἐνέργειές του (1342). 2) Περὶ θείων ἐνερ­γειῶν καὶ τῆς μεθέξεως αὐτῶν, ὅπου ἀναπτύσσε­ται ἡ ἄπο­ψη ὅτι μπο­ρεῖ νὰ ὀνομάζονται θεότης ὄχι μόνον ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐνέργειες, χωρὶς αὐτὸ νὰ ση­μαίνη διθεΐα (1342). 3) Περὶ θείας καὶ θεοποιοῦ μεθέξεως, ἐπέκτασις τοῦ ἰδίου θέματος μὲ τὸ τοῦ προηγουμένου βιβλί­ου (1342). 4) Διά­λε­ξις ᾿Ορθοδόξου καὶ Βαρλααμίτου, προ­φανῶς ἑνὸς ὀπα­δοῦ τοῦ ᾿Ακινδύνου, τὸν ὁποῖο ὁ Παλαμᾆς παρουσιάζει πάν­τοτε ὡς ὁμόφρονα τοῦ Βαρλαάμ. Οἱ ἀπό­ψεις τοῦ ᾿Ακιν­δύ­νου εἶχαν μεγαλύτερη ἀπήχησι ἀπὸ τὴν τοῦ Βαρλαὰμ στοὺς κύκλους τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Στὸ βιβλίο αὐτὸ ἀποδί­δεται ὁ ὅ­ρος θεότης ὄχι μόνο στὴ θεία οὐσία, ἀλλὰ καὶ στὶς θεῖες ἐνέργειες (1342). Διάλεξις Θεο­φάνους πρὸς Θεότιμον, ποὺ παρουσιάζεται σὰν νὰ ἐγράφηκε ἀπὸ τὸν Θεοφάνη, πρό­σωπο πιθανῶς πλαστό. Δείχνει τὴν ὀρθότητα τῶν ἀπόψεων τοῦ Παλαμᾆ περὶ μεθέξεως τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς ἑρμηνείας πα­τε­ρικῶν χωρίων (1342). 6) Περὶ τοῦ ὅτι οἱ Βαρλαὰμ καὶ ᾿Α­κίν­δυνος εἶναι οἱ διχοτο­μοῦντες τὸν Θεόν. ῞Οπως λέγει ὁ τί­τλος, ἂν δὲν εἶναι δυ­νατὴ ἡ μετοχὴ τοῦ ὑψίστου Θεοῦ, τότε αὐτὸ ποὺ μετέχεται εἶναι ἕνας δεύτερος Θεὸς καὶ τότε ὑπ­άρχει διχοτόμησις τοῦ Θεοῦ. 7) Διασάφησις τῆς δοξασίας τοῦ Βαρλαὰμ καὶ ᾿Ακιν­δύνου, ὅπου ἀνασκευάζονται οἱ κατη­γο­ρί­ες τοῦ ᾿Ακινδύνου, ποὺ ἐστηρίζονταν σὲ παραποιημένα κεί­με­νά του. ᾿Εγράφηκε ἐπὶ πατριαρχίας ᾿Ισιδώρου τὸ 1348. 8) ᾿Α­πάντησις περὶ ρήσεως Κυρίλλου, ἑρμηνεία χωρίου τοῦ Κυ­ρίλλου ᾿Αλεξαν­δρείας περὶ ταυτότητος τῆς ζωῆς τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ.

Ζ¢. ᾿Αντιρρητικοὶ κατὰ ᾿Ακινδύνου. Εἶναι ἕνα σύνολο ἀποτελούμενο ἀπὸ ἕξι πραγματεῖες. ῾Η συγγραφή τους ἄρ­χισε τὸ 1343, εὐθὺς μόλις ὁ Παλαμᾆς πληροφορήθηκε ὅτι ἔργα τοῦ ᾿Ακινδύνου ἐναντίον τῆς διδασκαλίας τῶν ῾Ησυχα­στῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου προσωπικά. Οἱ τρεῖς πρῶτες πραγ­ματεῖες (λόγοι) ἀναφέρονται στὸ πρόβλημα περὶ θείας οὐσί­ας καὶ θείας ἐνεργείας, στὸ θεολογικὸ δηλαδὴ πρόβλη­μα, διότι αὐτὸ εἶχε ὡς ἀφετηρία τῆς δικῆς του διαπραγμα­τεύ­σεως ὁ ᾿Ακίνδυνος καὶ ἀπὸ ἐκεῖ κατέβαινε στὰ σχετικὰ μὲ τὸ θεῖο φῶς καὶ τὴν θέωσι. ῾Ο Παλαμᾆς ἐκφράζει τὴν γνώ­μη ὅτι ὁ ᾿Ακίνδυνος πράττει αὐτό, γιὰ νὰ διαφέρη ἀπὸ τὸν Βαρλαάμ, ποὺ ἄρχισε ἀντίστροφα, καὶ νὰ ἐμφανίζεται ἔτσι σὰν ἀνεξάρτητος ἀπὸ αὐτόν. Τὸ ὀρθὸ ὅμως εἶναι ὅτι ὁ ᾿Α­κίνδυνος ἀρχίζει μὲ τὸ θεολογικὸ πρόβλημα γιὰ τὸν λόγο ὅτι αὐτὸ ἦταν ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο ἀπὸ τὴν ἀρχὴ διαφωνοῦσε πρὸς τὸν Παλαμᾆ. Οἱ ἑπόμενες τρεῖς πραγματεῖες πραγμα­τεύονται περὶ τοῦ θείου φωτὸς καὶ ἡ τελευταία περὶ θεώσε­ως· ἀλλὰ φυσικὰ πρέπει νὰ σημειωθῆ ὅτι ἡ ἐπεξεργασία τῶν θεμάτων πραγματοποιεῖται χωρὶς αὐστηρὴ συνοχὴ καὶ δια­σπᾆ­ται συχνὰ ἀπὸ τὴν παρεμβολὴ προσωπικῶν στοιχεί­ων. ῾Η σύνταξις αὐτῶν τῶν πραγματειῶν ἐτελείωσε τὸ 1344.

Η¢. Συγγράμματα κατὰ Νικηφόρου Γρηγορᾆ. Μετὰ τὴν ἐξαφάνισι ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ σκηνὴ τοῦ ᾿Ιωάννη Καλέκα καὶ τοῦ ᾿Ακινδύνου, οἱ ὁποῖοι πιθανῶς ἀπέθαναν κατὰ τὴν ἐπιδημία τοῦ Μαύρου Θανάτου (1348), τὴν ἡγε­σία τῆς ἀντιησυχαστικῆς μερίδος ἀνέλαβε ὁ Νικηφόρος Γρη­γορᾆς, διαπρεπὴς φιλόσοφος καὶ φυσικός. ᾿Αφοῦ καταδικά­σθηκε ἀπὸ τὴ σύνοδο τοῦ 1351 καὶ ἀναγκάσθηκε νὰ παρα­μείνη στὸν οἶκο του, στὴ μονὴ τῆς Χώρας, ἔγκλειστος, ἐλευ­θερώθηκε ἀπὸ τὸν ᾿Ιωάννη Παλαιολόγο τὸ 1354. Τὴν συζή­τησι μεταξὺ Παλαμᾆ καὶ Γρηγορᾆ κατὰ τὸ καλοκαίρι τοῦ 1355 ἀκολούθησε ἔντονη συγγραφικὴ δραστηριότης καὶ ἀπὸ τὶς δύο πλευρές. ῾Υπάρχει πρῶτα μιὰ ᾿Επίτομος διήγη­σις περὶ τῆς διαλέξεως αὐτῆς, ποὺ καταστρώθηκε μὲ βάσι στενογρα­φικὲς σημειώσεις ἀπὸ τὸν στρατηγὸ Γεώργιο Φα­κρασῆ. Δική του ἔκθεσι περὶ τῶν συμβάντων στὴ συζήτησι ἐκείνη συν­έταξε ὁ Γρηγορᾆς μὲ μορφὴ δύο διαλόγων πλα­στῶν προ­σώ­πων. Σ᾿ αὐτὴν τὴν ἔκθεσι ἀπήντησε ὁ Παλαμᾆς μὲ δύο δικές του πραγματεῖες ποὺ φέρουν τὸν τίτλο Περὶ τῆς ψευ­δογρα­φίας καὶ δυσσεβείας τοῦ Γρηγορᾆ. Οἱ πραγ­ματεῖες στρέφον­ται γύρω ἀπὸ τὴ συζήτησι ἐκείνη, ὅπου εἶχε δοθῆ μεγάλη προσοχὴ στὸ θέμα τῆς ὑφῆς τῶν θείων ἐνεργειῶν· ἂν εἶναι δηλαδὴ οὐσιώδη πράγματα, ὅπως ἐδίδασκε ὁ Παλα­μᾆς, ἢ ἁπλᾆ ὀνόματα, ὅπως ἰσχυριζόταν ὁ Γρηγορᾆς. Μετὰ τὴν ἀνταλλαγὴ αὐτὴ συγγραμμάτων ὁ ᾿Ιωάννης Καντακου­ζηνός, τώρα μοναχὸς ᾿Ιωάσαφ, ἐκάλεσε στὸ φροντιστήριό του τὸν Γρηγορᾆ, ὁ ὁποῖος ἐπῆγε ἐκεῖ μαζὶ μὲ ἕνα μαθητή του, τὸν Πρωταγόρα. Τὴ συζήτησι ποὺ εἶχε μὲ τὸν πρώην αὐτο­κρά­το­ρα ἐκθέτει πάλι διαλογι­κῶς ὁ Πρωταγόρας σὲ τέσσε­ρις λό­γους, πραγματεῖες, ποὺ ὁ Γρηγορᾆς συμπεριέλαβε στὴν ῾Ιστο­ρία του, ὅπως καὶ τοὺς προηγουμένους δύο (῾Ιστορία κεφ. 30-31, 32-35). Σ᾿ αὐτὲς τὶς πραγματεῖες ἀπήντησε ὁ Παλα­μᾆς μὲ ἄλλες δύο δικές του, ποὺ φέρουν ἐπίσης κοινὸ τίτλο, ῎Ελεγχος τῆς βλασφη­μίας τοῦ Γρηγορᾆ εἰς τὸ θειότα­τον φῶς τῆς Μεταμορφώσε­ως τοῦ Κυρίου. Πλὴν τοῦ ἐλέγχου οἱ δύο αὐτὲς πραγματεῖ­ες περιέχουν καὶ στοιχεῖα θετικῆς ἐκθέσεως μὲ τὴν ὁποία δείχνεται ὅτι τὸ φῶς τῆς Μεταμορ­φώσεως εἶναι ἄκτιστο καὶ ἀΐδιο, ἂν καὶ δὲν εἶναι θεία φύ­σις. Στὰ συγ­γράμματα κατὰ τοῦ Γρηγορᾆ συνάπτεται καὶ ἕνα μικρὸ δο­κίμιο ἀναφερόμε­νο σ᾿ ἕνα χωρίο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ποὺ εἶχε χρησιμο­ποιηθεῖ στὴ σύνοδο τοῦ 1351.

Θ¢. Κείμενα τῆς αἰχμαλωσίας. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς αἰχμαλωσίας ἀπὸ τοὺς Τούρκους ὁ Παλαμᾆς ἀπέκτησε θλι­βερὲς ἐμπειρίες, ἀλλὰ εἶχε τὴν εὐκαιρία καὶ νὰ συζητήση μὲ μουσουλμάνους θεολόγους. Τὶς ἐμπειρίες του κατέγραψε σὲ μιὰ σειρὰ ἐπιστολῶν. ῾Η ᾿Επιστολὴ πρὸς τὴν ᾿Εκκλησίαν κατ᾿ οὐσίαν περιλαμβάνει τρία τμήματα, τὰ ὁποῖα ἀντιστοιχοῦ­σαν σὲ τρεῖς ἐπιστολές, ποὺ ἔστειλε κατὰ καιροὺς σὲ φιλι­κὰ πρόσωπα, καὶ συνενώθηκαν κατὰ τὴν ἀντιγραφή τους σὲ μιά. Μιὰ δεύτερη ᾿Επιστολὴ πρὸς ἀνώνυμον εἶναι παραλ­λαγὴ τοῦ δευτέρου τμήματος τῆς προηγουμένης ἐπιστολῆς. Σ᾿ αὐτὴ τὴ σειρὰ ἀνήκει καὶ ἡ ῎Εκθεσις περὶ τῆς διαλέξεως τοῦ Παλαμᾆ πρὸς Χιόνας, τὴν ὁποία κατέγραψε ὁ ᾿Ιατρὸς Ταρωνίτης. ῾Ο ἡγεμὼν τῶν Τούρκων ᾿Ορχάν, θέλοντας νὰ δείξη ὅτι καὶ αὐτὸς διαθέτει λογίους ἄνδρες, ὠργάνωσε μιὰ συζήτησι μεταξὺ τοῦ Παλαμᾆ καὶ μιᾆς ὁμάδος μορφωμένων ἀνθρώπων ποὺ ἔφεραν τὸ ὄνομα Χιόνες. ῞Οπως μπορεῖ νὰ συναχθῆ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ συζήτησι ἔγινε ἑλληνιστί, οἱ Χιόνες ἦσαν ῞Ελληνες Χριστιανοὶ ποὺ ἀναζητοῦσαν ἕνα εἶ­δος συγκρητισμοῦ θρησκευτικοῦ, γιὰ νὰ ἐπιβιώσουν οἱ ἴδιοι καὶ οἱ ὁμογενεῖς των ὑπὸ τὸ ᾿Οθωμανικὸ καθεστώς. ῾Η συ­ζήτησι αὐτὴ ἔγινε στὴν ἔπαυλι τοῦ ᾿Ορχάν, ποὺ εὑρι­σκόταν στὰ βουνὰ μεταξὺ Προύσσας καὶ Νικαίας.

Ι¢. Συστηματικὰ κείμενα. Τὸ μόνο ἔργο ποὺ θὰ μπο­ροῦσε νὰ ἐνταχθῆ σ᾿ αὐτὴν τὴν κατηγορία εἶναι τὰ Κεφά­λαια ῾Εκατὸν Πεντήκοντα, ποὺ εἶναι ἕνα συνθετικὸ ἔργο, προϊὸν θεολογικῆς ὡριμότητος. ῾Ο πλήρης τίτλος του εἶναι “Κεφάλαια ῾Εκατὸν Πεντήκοντα, φυσικὰ καὶ θεολογικά, ἠθι­κά τε καὶ πρακτικά, καὶ καθαρτικὰ τῆς βαρλααμίτιδος λύ­μης” καὶ δείχνει τὴν εὐρύτητα τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ὅμως ἀναπτύσσονται μὲ πολλὴ συντομία. Περιλαμβάνουν τὴ θε­τι­κὴ διατύπωσι ἐκείνων τῶν σημείων τῆς διδασκα­λίας, τὰ ὁποῖα ἀποτέλεσαν ἀντικείμενα ἀντιλογίας τοῦ Γρηγορίου καὶ τῶν κατὰ καιροὺς ἀντιπάλων του. Συνοψί­ζουν λοιπὸν κατὰ τρόπο ἀπολύτως ἐπιτυχῆ τὴν διδασκα­λία του, ὅπως διατυ­πώ­θηκε ἀντιρρητικῶς στὰ ἄλλα ἔργα του. Γιὰ τὴν συμπλή­ρωσι τῆς εἰκόνος περὶ τῶν θεολο­γικῶν, ἠθικῶν καὶ πνευμα­τικῶν του ἀπόψεων, πρέπει νὰ προσφύ­γη ὁ μελετητὴς ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν στὰ ἀσκητικοῦ χαρακτῆρος ἔργα του καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου στὶς ἀρι­στο­τεχνικὲς ὁμιλίες του. ῾Η σύνταξίς των ὡλοκληρώθηκε τὸ 1349.

ΙΑ¢. ᾿Ασκητικὰ καὶ πνευματικὰ συγγράμματα. Τὰ ἀσκη­τικοῦ περιεχομένου συγγράμματα τοῦ Γρηγορίου δὲν εἶναι τόσο πολλά, ὅσα θὰ ἐπερίμενε κανεὶς ἀπὸ ἕνα πολυ­γρα­φώ­τατο συγγραφέα ὅπως αὐτός, ποὺ ἔδωσε νέες ὠθή­σεις στὸν ἀσκητικὸ βίο. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἐνδιαφερόταν πρωτίστως γιὰ τὴν θεολογικὴ ὑποδομὴ τοῦ ἀσκητισμοῦ. Τὰ ἕξι δοκίμια τοῦ εἴδους τούτου, ἄνισης ἐκτάσεως ἀλλὰ ὅλα σχετικῶς μι­κρῆς, εἶναι χαρακτηριστικὰ καὶ προβάλλονται ὡσὰν δείγ­μα­τα μιᾆς ὥριμης διατυπώσεως τῶν ἀσκητικῶν ἰδεωδῶν· 1) Τρία κεφάλαια περὶ προσευχῆς καὶ καθαρότη­τος καρδίας, βρα­χύτατο κείμενο ποὺ ἐγράφηκε ἴσως πολὺ ἐνωρίς, τὸ 1334. 2) Εἰς τὸν Βίον τοῦ ὁσίου Πέτρου ᾿Αθωνί­του, ποὺ ἐγράφηκε ἐπίσης τὸ 1334 μὲ βάσι παλαιὸ Βίο τοῦ ὁσίου. Στὸ ὑλικὸ τοῦ παλαιοῦ Βίου ὁ Γρηγόριος προσθέτει τὰ στοιχεῖα ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα στὸ ἐγκώμιο, ἀλλὰ καὶ στὴν παρουσίασι τοῦ ὁσίου ὡς προτύπου τῆς ἀσκητικῆς ἐρημιτικῆς ἀρετῆς. 3) Πρὸς τὴν μοναχὴν Ξένην περὶ παθῶν καὶ ἀρε­τῶν, ἐπι­στολιμαῖο δοκίμιο ποὺ ἐγράφηκε τὸ 1342. ᾿Απευθυνόμενο πρὸς τὴν Ξένην, ποὺ εἶχε ἀναλάβει τὴ διαπαιδα­γώγησι τῶν θυγατέρων τοῦ αὐτοκράτορος ᾿Ανδρονίκου Γ¢ καὶ τῆς ῎Αν­νας, ἐκθέτει κατὰ τρόπο ὑποδειγματικὸ καὶ πρωτότυπο τὰ στοιχεῖα τῆς παραδοσιακῆς ἀσκητικῆς πρα­κτικῆς, ἐπιστεγά­ζοντάς τα μὲ τὴν ἀναφορὰ τῶν τελειοτέ­ρων καρπῶν τῆς ἐπο­πτείας καὶ τῆς θεωρίας τοῦ φωτός. 4) Λόγος ἐπιστολιμαῖος πρὸς ᾿Ιωάννην καὶ Θεόδωρον τοὺς φι­λοσόφους, ποὺ ἐγρά­φηκε τὴν ἴδια ἐποχὴ μὲ τὸ προηγούμε­νο, 1342. ᾿Ενῶ ἡ Ξέ­νη εἶναι μιὰ γυναίκα ἀσκήτρια προχω­ρημένη στὴν ἀρετή, ὁ Θεόδωρος, πρὸς τὸν ὁποῖο κυρίως ἀπευθύνεται τὸ δοκίμιο τοῦτο εἶναι ἕνας ἄνδρας ὑπερή­φανος γιὰ τὴ σοφία του καὶ ἀδιάφορος γιὰ τὴν ἐφηρμο­σμένη ἄσκησι. Φαίνεται ὅτι ὁ Θεόδωρος ἦταν κάποτε μα­θητὴς τοῦ Παλαμᾆ καὶ εἶχε τὴν πρόθεσι ν᾿ ἀκολουθήση τὴν ἄσκησι, ἀλλὰ μετέβαλε γνώμη, ἐπιδόθηκε στὴ διδασκαλία τῆς φιλοσοφίας καὶ ἐνυμφεύ­θη­κε ἢ ἐπρόκειτο νὰ νυμφευ­θῆ. ῾Ο Παλαμᾆς δηλώνει ὅτι ἡ θεία χάρις ἐξακολουθεῖ νὰ τὸν καλῆ στὸν βίο τῆς ἀρετῆς, καὶ αὐτὸς ὀφείλει νὰ χρησιμο­ποιεῖ τὸν λόγο ἐλλόγως καὶ νὰ ἔχη τὸ ὄνομα τῆς φιλοσο­φίας κοινὸ γιὰ ὅσα διδάσκει καὶ γιὰ ὅσα βιώνει. 5) Πρὸς Παῦλον ᾿Ασάνην, ἀποδέκτη καὶ μιᾆς ἄλλης ἐπιστολῆς, περὶ τοῦ μεγάλου μοναχικοῦ σχήμα­τος, τὸ ὁποῖο ὁ Παλαμᾆς δὲν ἀναγνωρίζει κατ᾿ ἀρχήν, ἐπι­μένοντας ὅτι εἶναι τὸ σχῆμα τῶν μοναχῶν. ᾿Εγράφηκε τὸ 1348. 6) Δεκάλογος τῆς κατὰ Χριστὸν νομοθεσίας, ποὺ ἐ­γράφηκε ἴσως γύρω στὸ 1355. Τὸ δοκίμιο αὐτὸ ἀποτελεῖ σύνοψι τῆς ἠθικῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὠργανω­μένη σὲ τύπο δεκαλόγου, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ μορφολογικὰ στη­­ρίζεται στὸ Δεκάλογο τοῦ Μωυσῆ, δὲν παρουσιάζει καμμιὰ προσπάθεια προσαρμογῆς τῶν χριστιανικῶν ἐντολῶν μὲ τὶς μωσαϊκές· ἀντί­θετα μάλι­στα παρουσιάζει ἕνα νέο νόμο σὲ ἀντικατάστασι τοῦ μω­σαϊκοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο διατηρεῖ μόνο ὅ,τι εἶναι ἀπο­λύτως σύμφωνο μὲ τὶς χριστιανικὲς ἀντιλή­ψεις. Βάσι τοῦ δο­κι­μίου εἶναι ἡ ἐπὶ τοῦ ῎Ορους ὁμιλία, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀν­τλοῦνται τὰ ὑλικὰ γιὰ τὴ διατύπωσι τῶν ἠθικῶν ἀρχῶν.

ΙΒ¢. ῾Ομιλίαι. ῾Ο Γρηγόριος ἄρχισε νὰ ὁμιλῆ τὸ ἔτος 1334, εὑρισκόμενος στὴ μονὴ Μεγίστης Λαύρας, κατόπιν ἑνὸς ὁράματος. Οἱ σωζόμενες ὁμιλίες του, ποὺ ἀνέρχονται σὲ 63, ἀποτελοῦν μιὰ ἀπὸ τὶς σημαντικώτερες συλλογὲς ὁμιλιῶν τῆς ᾿Ανατολικῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας. Οἱ ὁμιλίες αὐτές, ποὺ κατὰ κανόνα στηρίζονται στὸ εὐαγγέλιο τῆς ἡμέρας ἢ στὸ ἑορταζόμενο γεγονός, δὲν περιορίζονται στὴν ἑρμηνεία καὶ ἀνάλυσι τῶν ἀναγινωσκομένων κειμένων, ἀλλὰ μὲ τὴν τυπο­λογικὴ καὶ συμβολικὴ μέθοδο ἐκφράσεως εὑρίσκουν τὸν δρό­μο γιὰ τὴν ἀνάπτυξι ποικίλων πνευματι­κῶν καὶ ἠθικῶν ἀπό­ψεων τοῦ θρησκευτικοῦ βίου, καὶ μερι­κὲς φορὲς διὰ τῆς ἀνα­γωγῆς φθάνουν σὲ ἀπροσδόκητα θέ­ματα. Προσπάθειά του δὲν εἶναι διὰ τῶν ὁμιλιῶν νὰ χαμη­λώση τὸ ἐπίπεδο τῶν περισ­σότερο μορφωμένων ἀκροατῶν, ἀλλὰ νὰ ἀνεβάση τὸ ἐπίπε­δο τῶν ἁπλουστέρων. Γιὰ νὰ ἔχη ὁ λόγος του ἀποτε­λεσμα­τικώτερη ἐπίδρασι, δὲν ἐπιμένει στὴ δογματικὴ πλευ­ρὰ τῆς διδασκαλίας του καὶ ἀποφεύγει τὴν προβολὴ τῆς ἀπό­ψεώς του περὶ οὐσίας καὶ ἐνεργείας. Τὸ ἄλλο ὅμως στοι­χεῖο τῆς ἡσυχαστικῆς διδασκαλίας του, τὸ περὶ θεοπτίας, θέας τοῦ φωτός, κατέχει σπουδαία θέσι στὶς ὁμιλίες, ὡς τὸ κορύφω­μα τοῦ κηρύγματός του. ῎Ετσι βλέπομε τὸν Γρηγό­ριο νὰ ἐπιτελῆ μὲ τὶς ὁμιλίες ἕνα ἔργο παράλληλο πρὸς ἐκεῖνο ποὺ ἐπετέ­λεσε διὰ τῶν συγγραμμά­των του ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόν­των. Μὲ ἐκεῖνα τὰ συγ­γράμματα ἀπευθύνε­ται πρὸς τοὺς τε­λεί­ους μοναχοὺς καὶ τοὺς θεολόγους, μὲ τὶς ὁμιλίες ἀπευθύ­νεται πρὸς τὸ σύνολο τοῦ λαοῦ. Τὸ ὕφος του στὶς ὁμιλίες εἶναι ἐντελῶς διάφορο ἀπὸ τὸ τῶν δογματικῶν πραγμα­τει­ῶν, ποὺ εἶναι γενικῶς ἀντιρρητικές· ἐδῶ εἶναι μετριοπαθὲς καὶ εἰρηνικό. ᾿Απαλ­λαγμένο ἀπὸ τὰ ρητορικὰ εὑρήματα καὶ τὴν φλυαρία, δια­τηρεῖ ὑψηλὴ λαμπρότητα.

ΙΓ¢. Σώζονται τέσσερις εὐχὲς τὶς ὁποῖες ὁ Γρηγόριος ἀνέπεμψε σὲ ἐξαιρετικὲς περιστάσεις τοῦ βίου του· κατὰ τὴν ἐνώπιον τῶν αὐτοκρατόρων παρουσίασι γιὰ τὴν ἀνάλη­ψι τοῦ ἀρχιερατικοῦ ἀξιώματος (1347), κατὰ τὴν εἴσοδο στὴ Θεσσα­λονίκη γιὰ τὴν ἐνθρόνισί του (1350), κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐχθρι­κῆς ἐπιβουλῆς (1351), κατὰ τὸν καιρὸ τῆς ξη­ρασίας (1355).



ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ

῞Ολες οἱ προσπάθειες ἀνανεώσεως τῆς θεολογικῆς ὁρο­λογίας, ποὺ κατεβλήθηκαν κατὰ τὴ διάρκεια τῶν βυ­ζαν­τι­νῶν χρόνων εἶχαν ἀποτύχει, μετὰ τὸν Μάξιμο τὸν ῾Ομολο­γητή, εἴτε διότι ὑπερτόνιζαν τὸ στοιχεῖο τῆς πνευματικό­τη­τος σὲ βάρος τῆς θεολογίας, ὅπως ὁ Συμεὼν ὁ Νέος Θεο­λό­γος, εἴτε διότι ἑρμήνευαν τὰ πάντα μὲ βάσι τοὺς φιλοσοφι­κοὺς συλλογισμούς. Συνδυάζοντας τὴν πνευματικό­τητα μὲ τὴν θεολογικὴ ἔκφρασι, ὁ Γρηγόριος Παλαμᾆς ἐπέτυχε ν᾿ ἀνα­νεώ­ση τὴ θεολογικὴ ὁρολογία καὶ νὰ δώση νέες κατευ­θύν­σεις στὴ θεολογικὴ σκέψι.

1. Φιλοσοφία, θεολογία, θεοπτία. Τὸν χαρακτῆρα τῆς θεολογίας τοῦ Παλαμᾆ προκαθορίζει ἡ ἀφετηρία του· δὲν ἐξ­εκίνησε ἀπὸ φιλοσοφικὲς ἔννοιες, διαμορφωμένες ἐκ τῶν προ­­τέρων, ἀλλὰ ἀπὸ ἕνα σύστημα προσωπικῶν ἐμπειριῶν, τὶς ὁποῖες ἐζήτησε νὰ κατοχυρώση θεολογικῶς· γι᾿ αὐτὸ ἄλλωστε ἄρχισε νὰ γράφη σὲ προχωρημένη ἡλικία καὶ σὲ ἀντιπαρά­θεσι πρὸς τὸν Βαρλαὰμ τὸν Καλαβρό. ῾Η σκέψη τοῦ Βαρ­λαὰμ ἔτεινε σὲ μιὰ μονομερῆ διατύπωσι τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἀγωγῆς, διότι παρῆγε καὶ τὴ γνῶσι καὶ τὴν ἠθικὴ κα­θαρό­τητα ἀπὸ τὴ φιλοσοφία. ᾿Ισχυριζόταν ὅτι στὴ σο­φία συμβαί­νει ὅ,τι καὶ στὴν ὑγεία, ἡ ὁποία εἶναι ἑνιαία καὶ δὲν εἶναι ἄλλη ἐκείνη ποὺ δίνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἄλλη αὐτὴ ποὺ ἐξασφαλίζεται ἀπὸ τὸν ἰατρό· ἔτσι μιὰ εἶναι καὶ ἡ σο­φία, εἴτε θεία εἴτε ἀνθρωπίνη, κι αὐτὴ κατατείνει πρὸς τὴν εὕ­ρε­σι τῆς μιᾆς ἀληθείας.

῾Ο Παλαμᾆς ἀρνεῖται αὐτὴν τὴν θέσι, ἰσχυριζόμενος ὅτι, ἂν μέσα στὸ πεδίο τῆς ἴδιας τῆς φιλοσοφίας παρατη­ροῦνται διάφορες κατευθύνσεις, πολὺ ἰσχυρότερη εἶναι ἡ δια­φοροποίησις μεταξὺ φιλοσοφίας καὶ θεολογίας. Στὴν πραγ­ματικότητα ὑπάρχουν δύο σοφίες· ἐκείνη ποὺ ζητεῖ νὰ ἱκα­νοποιήση τὶς ἀνάγκες τοῦ κοινωνικοῦ βίου καὶ τὴν δια­νοη­τικὴ περιέργεια, κι αὐτὴ ποὺ ὁδηγεῖ στὴν σωτηρία (῾Υπὲρ ῾Ησυχαζόντων 2, 1, 4 ἑξ. Χρήστου, Συγγράμματα, 1, 468 ἑξ.). ῾Η διάκρισις αὐτὴ στὴν ὕπαρξι διττῶν δώρων τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἄλλα εἶναι φυσικά, παρεχόμενα σὲ ὅ­λους, καὶ ἄλλα ὑπερφυσικὰ καὶ πνευματικά, διδόμενα στοὺς καθαροὺς καὶ τοὺς ἁγίους (῾Υπὲρ ῾Ησυχαζόντων 2, 1, 25. Χρήστου, Συγ­γράμματα, 1, 487)· καὶ ἔχει τὴ ρίζα της στὴν παλαιὰ χρι­στιανικὴ πεποίθησι, τὴν ὁποία συναντοῦμε στοὺς Καππα­δό­κες πατέρες.

῾Η φιλοσοφία εἰσάγει στὴ γνῶσι τῶν ὄντων τοῦ κό­σμου τούτου καὶ προσφέρει τοὺς κανόνες τῆς κοινωνικῆς συμ­βιώσεως, ἀλλά, ὅταν ξεφεύγη ἀπὸ τὰ ὅρια αὐτά, καθί­σταται ματαιοπονία. “Σκοπὸς τῆς κοσμικῆς φιλοσοφίας κατὰ τὸ πρακτικὸ μέρος της, διὰ τοῦ ὁποίου κοσμοῦνται τὰ ἤθη, διαμορφώνονται οἱ τέχνες καὶ ρυθμίζονται τὰ θέ­ματα τῶν οἴκων καὶ τῶν πόλεων, εἶναι ἡ ὠφέλεια τοῦ πα­ρόντος βίου. Καὶ κάθε πρᾆξις ποὺ δὲν κατατείνει πρὸς αὐτὸ θὰ μποροῦ­σε δικαίως νὰ θεωρηθῆ ματαιοπονία ἀκόμη καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ εἶναι προσκολλημένοι σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Τῆς δὲ λο­γικῆς φιλοσοφίας, διὰ τῆς ὁποίας ἐρευ­νοῦμε τοὺς λόγους τῆς φύσεως καὶ κινήσεως, καθὼς καὶ τὶς ἀναλογίες καὶ τοὺς σχη­ματισμοὺς καὶ τὶς ποσότητες τῶν ἀχωρίστως χωριζομένων ἀπὸ τὴν ὕλη, ἔργο εἶναι ἡ δια­πραγμάτευσις τῆς ἀληθείας μέσα στὰ ὄντα. ῞Οταν κανεὶς ὁμιλῆ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐφικτὴ ἀλή­θεια, ἂν τὸ κάμη ἑκουσίως, εἶναι πονηρὸς καὶ δόλιος· ἂν τὸ κάμη ἀκουσίως, εἶναι ἀφι­λόσοφος καὶ ἀνόητος, καὶ μάλιστα τόσο περισσότερο, ὅσο περισσότερο νομίζει ὅτι εἶναι ἐκπαι­δευμένος στὴ φιλοσοφία, ἀγνοώντας τὴν ἄγνοιά του” (᾿Αντιρ­ρητικὸς πρὸς ᾿Ακίνδυνο 6, 1. Χρήστου, Συγγράμματα, 3, 379). Πρέπει νὰ παρατηρη­θῆ μάλιστα ὅτι σ᾿ αὐτὴν τὴ γνῶσι τῶν ὄντων μερικῶς μόνο εἰσάγει ἡ φιλοσοφία, κι αὐτὸ διότι τὸ παθητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς μὲ τὴν ἐπανάστασί του διέστρε­ψε τὶς εἰκόνες ποὺ ὑπάρχουν μέσα μας καὶ ἀπεμάκρυνε τὸ διορατικό της, κι ἔτσι ἡ φιλοσοφία στηρίζεται πλέον στὴν πιθανολογία, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει ἀντιφάσεις καὶ διαφωνίες. Γι᾿ αὐτὸ ἡ ἐνα­σχόλησις μὲ τὴν φιλοσοφία εἶναι μὲν χρήσιμη, διότι γυμνά­ζει καὶ ὀξύνει τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς, καὶ εἶναι φυσικὸ χάρισμα. ᾿Αλλὰ δὲν πρέπει νὰ τὴν τυραννῆ ἕως τὰ γηρα­τειὰ (῾Υπὲρ ῾Ησυχαζόντων 1, 1, 8. Χρήστου, Συγ­γράμ­ματα, 1, 368 ἑξ.). ῍Αν ὅμως ὁ Παλαμᾆς διαχωρίζη τὴ γνῶ­σι, δὲν διαχωρίζει καὶ τὴν ἀλήθεια, διότι δίνει διάφορο ἀντι­κείμενο σὲ κάθε μιὰ ἀπὸ τὶς γνώσεις· ἔργο τῆς φιλο­σο­φίας εἶναι ἡ μελέτη τῶν ὄντων, ἔργο τῆς θεολογίας εἶναι ἡ μελέ­τη τοῦ Θεοῦ. ῍Αν οἱ δύο σοφίες καταλήξουν σὲ διάφορα συμ­περά­σματα, αὐτὰ δὲν ἐπιβάλλουν ἀναγνώρισι διπλῆς ἀλη­θεί­ας, ἐφ᾿ ὅσον τὰ ἀντικείμενα παραμένουν διαφορετικά.

Τὸ ἔργο τῆς θεολογίας εἶναι ἀσυγκρίτως ὑπέρτερο ἀπὸ τὸ τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς ἐπιστήμης· “δὲν εἶναι μόνο τὸ νὰ γνωρίζη ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεὸ οὔτε τὸ νὰ γνωρίζη τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν τάξι του γνῶσις ὑψηλότερη ἀπὸ τὴ φυ­σιολογία καὶ τὴν ἀστρολογία καὶ κάθε φιλοσοφία γύρω σ᾿ αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα, ἀλλὰ καὶ τὸ νὰ γνωρίζη ὁ νοῦς μας τὴν ἀσθέ­νειά του καὶ νὰ ζητῆ νὰ τὴν θεραπεύση εἶναι ἀσυγ­κρίτως ἀνώτερο ἀπὸ τὴν γνῶσι καὶ διερεύνησι τῶν με­γεθῶν τῶν ἄστρων καὶ τῶν λόγων τῶν φύσεων” (Κεφάλαια, 29). Εἶναι ὅμως δυνατὴ ἡ γνῶσις του Θεοῦ; ᾿Απὸ τοὺς ἀντιπά­λους τοῦ Παλαμᾆ προσήγετο τὸ χωρίο τοῦ Εὐαγγε­λίου τοῦ ᾿Ιωάννη, κατὰ τὸ ὁποῖο “Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε” (᾿Ιω. 1, 18). ᾿Αλλὰ τὸ συμπέρασμα ἀπὸ τὸ χωρίο αὐτὸ ἀμφισβη­τεῖται, ἐφ᾿ ὅσον ὁ Χριστὸς εἶπε ὅτι “οἱ καθα­ροὶ τὸν Θεὸν ὄψον­ται” (Ματθ. 5, 8). Πράγματι ὁ Θεὸς εἶναι ἀόρατος ὡς ἀσώ­ματος· ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ὁ Βαρλαὰμ δὲν ἀρνεῖται κάποιο εἶ­δος θέας τοῦ Θεοῦ, ἐφ᾿ ὅσον παραδέχεται ὅτι ὁρᾆται διὰ τῆς καθαρᾆς ἐνεργείας τοῦ νοῦ ὅτι εὑρίσκεται σὲ ἔκστασι ἀπὸ τὰ ὑλικά. Δηλαδὴ ὁ Βαρλαάμ, συμφωνώντας σ᾿ αὐτὸ τὸ θέμα μὲ τοὺς Νεοπλατωνικούς, δέχεται τὴν ἀκαταληψία τοῦ Θεοῦ, ὄχι γιὰ ἄλλον λόγο παρὰ ἐξ αἰτίας τῆς φυσικῆς ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν εἶναι κλεισμένος στὰ ὑλικὰ δεσμά, καὶ ὡς μόνο μέσο ἄρ­σεως τῆς ἀγνωσίας εὑρίσκει τὴ λύσι σώματος καὶ ψυχῆς· ἀλλὰ καὶ πάλι ἐννοοῦσε τὴ γνῶσι συμβολική. Καὶ ὁ Πα­λαμᾆς βέβαια δὲν διανοήθηκε ποτὲ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἐντε­λῶς καταληπτός. Συμφωνώντας κατ᾿ ἀρχὴν μὲ τὸν Βαρλα­άμ, ἀκολουθοῦσε ἔπειτα χωριστὸ δρόμο, διότι ἀποδίδει τὸ ἀκατάληπτο σὲ ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία αἴ­ρεται ὁποτε­δήποτε τὸ θελήση ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἢ ἐκπληρώση ὁ ἄνθρωπος ὡρισμένες προϋποθέσεις, ποὺ ἔχουν τεθῆ ἀπὸ τὸν Θεό.

Πράγματι, ὁ Παλαμᾆς στὸ θέμα τῆς προσεγγίσεως τοῦ Θεοῦ εὑρίσκει κάποια ἀντινομία, ἐφ᾿ ὅσον αὐτὸς εἶναι ταυτο­­χρόνως καὶ καταληπτὸς καὶ ἀκατάληπτος· τοῦ Θεοῦ ἡ μία ὄψις εἶναι ἄγνωστη καὶ ἡ ἄλλη γνωστή, ἡ μία εἶναι ἄρρη­τη, ἡ ἄλλη ρητὴ (᾿Επίτομος Διήγησις 24. Χρήστου, Συγγράμμα­τα, 4, 225). ῾Η γνῶσις αὐτὴ ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς “θεολο­γίας”, ἡ ὁ­ποία εἶναι διττή, καταφατικὴ καὶ ἀποφατική. Δύο εἶναι τὰ μέσα τῆς καταφατικῆς θεολογίας. Πρῶτο εἶναι ἡ λο­γική, ἡ ὁποία διὰ τῆς θέας τῶν ὄντων ὁδηγεῖται σὲ κάποια γνῶσι, καθ᾿ ὅσον “τῶν ἐν τῷ δημιουργικῷ νῷ λόγων αἱ εἰ­κόνες ἐν ἡμῖν εἰσιν”, ἂν καὶ αὐτὲς οἱ εἰκόνες ἀμαυρώ­θηκαν ἀπὸ τὴν πτῶσι τοῦ ἀνθρώπου. Δεύτερο μέσο εἶναι ἡ Γραφὴ καὶ οἱ Πατέρες. Τὰ δύο αὐτὰ μέσα παρέχουν ἀφορ­μὲς γιὰ τὴν γνῶσι, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀποδείξεις περὶ τοῦ Θεοῦ.

῾Ο Διονύσιος ᾿Αρεοπαγίτης εἶχε προτιμήσει τὴν ἀπο­φατικὴ θεολογία, ζητώντας ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ν᾿ ἀπαλλαγῆ τῶν αἰσθήσεων καὶ τῶν νοητικῶν λειτουργιῶν γιὰ νὰ νοή­ση τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὴν ἔκστασι νὰ φθάση στὸν γνόφο, ὅπου θ᾿ ἀπολαύση τὴν χαρὰ τῆς θέας, μολονότι καὶ πάλι ἡ θέα θὰ παραμείνη σκοτεινή· δηλαδὴ κατὰ βάθος ἡ πορεία αὐτὴ ἀπο­τελεῖ βυθισμὸ στὸ σκότος. Οἱ ἀνθρωπολογικὲς προϋποθέσεις τοῦ Παλαμᾆ δὲν τοῦ ἐπιτρέπουν τέτοια το­ποθέτησι. ᾿Εκεῖνο ποὺ εὑρίσκεται κατ᾿ αὐτὸν πέρα ἀπὸ τὴν καταφατικὴ θεολο­γία εἶναι ἡ πίστις, ἡ ὁποία συνιστᾆ καὶ τὴν ἀπόδειξι τῶν θεί­ων ἢ μᾆλλον συνιστᾆ μιὰ ὑπεραπόδει­ξι· διὸ “ἡ πίστις εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ κάθε ἀπόδειξι καὶ ἕνα εἶδος ἀναπόδεικτης ἀρ­χῆς τῆς ἱερᾆς ἀποδείξεως” (᾿Αντιρρη­τικὸς 6, 1, 1. Χρήστου, Συγγράμματα, 3, 380). ῾Η πίστις εἶναι μιὰ ὑπερφυσικὴ πνευ­ματικὴ δύναμις ποὺ ὑπερβάλλει ὅλες τὶς νοητικὲς δυνά­μεις τῆς ψυχῆς.

Δὲν ἀρνεῖται ὁ Παλαμᾆς τὴν ἀποφατικὴ θεολογία, ἀλλὰ τῆς δίδει ἄλλο χρῶμα καὶ τὴν διορθώνει· “ἄλλο πρᾆγ­μα εἶναι τοῦτο τὸ φῶς καὶ ὁ θεῖος τοῦτος γνόφος, ἀσυγκρί­τως ὑπέρτερο τῆς ἀποφατικῆς θεολογίας” (῾Υπὲρ ῾Ησυχαζόν­των 2, 3, 52. Χρήστου, Συγγράμματα, 1, 584). ῾Η καταφατικὴ θεολογία εἶναι λόγος περὶ τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀποφατικὴ θεολογία εἶναι σιωπηλὸς διάλογος μὲ τὸ Θεό· ὁ Γρηγόριος Παλαμᾆς συνι­στᾆ τὴν ὑπέρβασι καὶ τῶν δύο αὐτῶν μορφῶν θεολογί­ας διὰ τῆς θεοπτίας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖ κανείς, λέγει, νὰ σκέπτεται διαρκῶς γιὰ τὴν κατά­στασι μιᾆς πόλεως, ἀλλ᾿ ἂν δὲν τὴν ἐπισκεφθῆ, δὲν πρόκει­ται ν᾿ ἀποκτήση ἀκριβῆ εἰκόνα τῆς κατασκευῆς της. Μπο­ρεῖ κανεὶς νὰ σκέπτεται διαπαντὸς τὸν χρυσό, ἀλλ᾿ ἂν δὲν τὸν πάρη στὰ χέρια του, δὲν θὰ γίνη κάτοχος χρυσοῦ. ῎Ετσι ἐπίσης, καὶ ἂν μύριες φορὲς σκεφθῆ τοὺς θείους θη­σαυρούς, δὲν τοὺς ἀποκτᾆ παρὰ μόνο “ἐὰν πάθη τὰ θεῖα” (῾Υπὲρ ῾Η­συχαζόντων, 1, 3, 34. Χρήστου, Συγγράμματα, 1, 445). Θὰ θεολο­γῆ εὐδοκίμως, παρὰ ὁποιαδήποτε σιωπὴ καὶ ἄγνοια, ὅταν ἐπιτύχη νὰ ζῆ μὲ τὴ θεία παρουσία. Σ᾿ αὐτὴν τὴν περί­πτωσι ἐπίσης μετέχει τοῦ Θεοῦ, διότι ἑνώνεται μὲ τὴν ἄκτι­στη λαμπρότητα καὶ δόξα του. ῎Ετσι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ κατα­λήγει στὴν ζωὴ τοῦ Θεοῦ. Σ᾿ αὐτὸ τὸ εἶδος θεολογή­σεως ὡδηγήθηκε ὁ Παλαμᾆς διὰ τῆς διακρίσεως μεταξὺ οὐ­σίας καὶ ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ.

2. ῾Ο Θεός. ῾Ο Γρηγόριος Παλαμᾆς δὲν θεωρεῖ τὴν οὐσία ὡς τὸ κύριο συστατικὸ στοιχεῖο τοῦ Θεοῦ, διότι δέ­χε­ται ὅτι προηγεῖται τῆς οὐσίας ἡ ὕπαρξις. Δὲν εἶπε ὁ Θε­ὸς “ἐγώ εἰμι ἡ οὐσία”, ἀλλὰ “ἐγώ εἰμι ὁ ῎Ων” (῎Εξ. 3, 14)· ἑπο­μένως δὲν εἶναι ὁ ὢν ἀπὸ τὴν οὐσία, ἀλλὰ ἡ οὐσία ἀπὸ τὸν ὄντα (῾Υπὲρ ῾Ησυχαζόντων 3, 2, 12. Χρήστου, Συγγράμματα, 1, 666). ῾Η ὕπαρξις τοῦ Θεοῦ συνίσταται σὲ δύο· τὴν οὐσία του, ἡ ὁποία εἶναι “αὐθύπαρκτη καὶ αὐτοπάτωρ”, μένει ἀκα­τάλη­πτη καὶ ὀνομάζεται κατ᾿ ἐξοχὴν καὶ κυριολεκτικῶς θεό­της, καὶ τὶς ἐνέργειές του. ῾Η ἔντονη αὐτὴ διάκρισις τῶν δύο κατηγοριῶν ἀποτελεῖ τὴ βασικὴ προσφορὰ τοῦ Παλα­μᾆ στὴ θεολογικὴ σκέψι. Οἱ ἐνέργειες βέβαια εἶναι οἱ ἀπὸ ἄλλους λε­γό­μενες ἰδιότητες ἢ προσόντα, ἀλλ᾿ ἔχουν ἐδῶ ἰδι­αίτερο χρω­ματισμό. ᾿Απὸ μακροτάτου χρόνου ἐγινόταν συ­ζήτησις μεταξὺ τῶν ὀνοματιστῶν καὶ πραγματιστῶν περὶ τῆς ὑπάρ­ξεως τῶν ἰδεῶν, κατ᾿ ἀκολουθίαν δὲ καὶ τῶν ἰδιω­μάτων τοῦ Θεοῦ, τόσο στὴν ᾿Ανατολὴ ὅσο καὶ στὴ Δύσι, σ᾿ αὐτὴν μάλιστα πολὺ ζωηρότερη. ῾Η συζήτησις αὐτὴ ὑπει­σῆλ­θε καὶ στὴν ἡσυ­χαστικὴ ἔριδα· οἱ ἀντιησυχασταὶ ἀρ­νοῦνταν τὴν πραγ­ματικὴ ὕπαρξι τῶν ἰδιωμάτων, ἐνῶ ὁ Παλαμᾆς τὴν ὑπερετόνιζε, λέ­γοντας ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ θεότης καὶ ἄλλο ἡ βασιλεία, ἡ ἁγιό­της, ἡ ἀγαθότης κ.λπ. Στὴν Διάλεξι πρὸς τὸν Γρηγορᾆ δια­τηρεῖται ὁ παρακάτω διά­λογος:

“Παλαμᾆς: Τὸ ἄτρεπτο, τὸ ἄπειρο, τὸ ἄναρχο, τὰ ἔχει ὁ Θεὸς φυσικῶς; -Γρηγορᾆς: Ναί. ᾿Αλλὰ αὐτὰ εἶναι μόνο ὀνόματα ἐπὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τίποτε ἄλλο. -Παλαμᾆς: ᾿Επειδὴ ἀπὸ τὰ λεγόμενα ἄλλα λέγονται μόνο καὶ δὲν ὑπάρχουν, ἄλλα ὅμως καὶ ὑπάρχουν καὶ λέγονται· τὸ ἄναρ­χο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ ἀτελεύτητο καὶ γενικὰ τὸ ἀΐδιο καὶ τὰ παρόμοια, λέγονται μόνο ἐπὶ τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ὑπάρχουν, ἢ καὶ ὑπάρ­χουν καὶ λέγονται; -῾Οπωσδήποτε, φιλόσοφε, καὶ ὑπάρχουν. -Πῶς λοιπὸν εἶναι μόνο ὀνόματα;” (Διάλεξις 21, Χρήστου, Συγγράμματα, 4, 223).

Αὐτὰ τὰ ἰδιώματα ἀποτελοῦν κάτι τὸ οὐσιῶδες μέσα στὸν Θεό. Δὲν εἶναι βέβαια ἰδιαίτερες ὑποστάσεις, ἀλλὰ ἐν­υπόστατα, ὑφίστανται μόνο στὴν προσωπικότητα τοῦ Θε­οῦ. Διὰ τῆς διακρίσεως αὐτῆς κατέστη δυνατὴ ἡ γνῶσις τοῦ Θε­οῦ, διότι ἐνῶ ἡ οὐσία αὐτοῦ παραμένει ἀγνώριστη, οἱ ἐνέρ­γειες ὑποπίπτουν στὴν ἀντιληπτικὴ λειτουργία τοῦ ἀνθρώ­που, ὅταν αὐτὸς φθάση σ᾿ ἕνα βαθμὸ τελειώσεως· ἀλλ᾿ εἶναι ἐπίσης οἱ ἐνέργειες στὴ διάθεσι τοῦ ἀνθρώπου πρὸς μέθεξιν.

3. ῎Ανθρωπος. ῾Ο Παλαμᾆς, ἀκολουθώντας τὴ γραμμὴ τῶν ἀνατολικῶν πατέρων, τονίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι μῖγ­μα δύο διαφόρων κόσμων ὡσὰν συνισταμένη των. Οἱ ἀνθρω­πολογικὲς λοιπὸν προϋποθέσεις του εἶναι διάφο­ρες τῶν χω­ριστικῶν προϋποθέσεων τῆς ἀνθρωπολογίας τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Βαρλαάμ. Κατὰ τὴν ἄποψι αὐτή, σύμφω­νη ἄλλωστε μὲ τὴν καθολικὴ χριστιανικὴ ἀντίληψι, τὸ σῶ­μα τοῦ ἀνθρώ­που δὲν εἶναι πονηρό, ἀλλ᾿ ἀποτελεῖ πρόσφα­τη κατοικία τοῦ νοῦ, ἀφοῦ μάλιστα καθίσταται καὶ τοῦ Θεοῦ κατοικία. ῎Ετσι μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ τὸ σῶμα συνιστᾆ ἕνα σύνολο ἑνιαῖο καὶ ἀδιάσπαστο.

Τονίζει τὴν συγγένεια τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεὸ περισ­σότερο ἀπὸ τοὺς παλαιοτέρους πατέρες τῆς ᾿Εκκλησί­ας. Κατ᾿ ἀρχὴν ἡ συγγένεια ἔχει τὴν ρίζα της στὸ “λόγο” ποὺ εὑρί­σκεται μέσα σὲ κάθε δημιούργημα. ῾Ο κόσμος γενι­κὰ δημι­ουργήθηκε μὲ βάσι ἕνα ἀΐδιο σχέδιο ποὺ περικλείει τοὺς “οὐσιοποιοὺς λόγους” τῶν ὄντων. Καὶ ἐδῶ εὑρίσκεται ἡ κλεί­δα τοῦ μυστηρίου τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως τὸ τοποθετεῖ ὁ Μά­ξιμος ῾Ομολογητής. ᾿Αφοῦ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι στὸ σύνολό του ἄκτιστο, καὶ οἱ λόγοι τῶν ὄντων εἶναι ἄκτιστοι.

῾Ο Γρηγόριος Παλαμᾆς υἱοθετώντας αὐτὴν τὴν ἄποψι σὲ γενικὲς γραμμές, ταυτίζει τοὺς λόγους μὲ τὶς ἀΐδιες ἄκτι­στες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ποὺ οὔτε στὴν οὐσία ἀνήκουν οὔτε αὐτοτελῆ πράγματα εἶναι, ἀλλὰ ἀρύονται τὴν ὕπαρξί τους ἀπὸ τὴν προσωπικότητα τοῦ Θεοῦ ὡς ἐνυπό­στατα. ῎Ετσι κατοχυρώνεται καθαρώτερα ἡ διδασκαλία περὶ τῆς θείας εἰκόνος στὸν ἄνθρωπο. ῾Ο Γρηγόριος μάλι­στα συνδυάζει τὴν εἰκόνα μὲ τὴν Τριάδα καὶ διακηρύσσον­τας ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι κατ᾿ εἰκόνα, ὄχι ἀορίστως τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τοῦ τριαδι­κοῦ Θεοῦ μὲ τὶς τρεῖς συγκεκριμένες ὑποστάσεις του. Τοῦτο καθίσταται ὁπωσδήποτε εὔλογο στὰ πλαίσια τῆς ὅλης διδα­σκαλίας τοῦ μεγάλου ἡσυχαστοῦ, ἐφ᾿ ὅσον ὁ ἄνθρωπος κατ᾿ αὐτὸν ἔχει δημιουργηθῆ διὰ τῆς ἐνεργείας σύνολης τῆς Τριά­δος καί, ὑπὸ ὡρισμένες προϋπο­θέσεις, δέχεται τὸ θεῖο φῶς ποὺ ἐκπέμπεται ἀπὸ σύνολη τὴν Τριάδα. ῾Ο νοῦς, ὁ λόγος καὶ τὸ πνεῦμα του ἀποτελοῦν μία ἀδιάσπαστη ἑνότητα ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὴν ἑνότητα τῶν προσώπων τῆς θείας Τριάδος, δηλαδὴ τοῦ Νοῦ (Πατρός), τοῦ Λόγου, τοῦ Πνεύματος. ῞Οπως στὴν θεότητα ὁ Νοῦς γεννᾆ τὸν Λόγο καὶ τὸ Πνεῦμα ἐκπο­ρεύεται ὡς ἔρως τοῦ Νοῦ πρὸς τὸν Λόγο, τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὸν ἄνθρωπο. Καὶ ὅπως τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα ζωοποιεῖ τὸν κόσμο, ἔτσι καὶ τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα ζωοποιεῖ τὸ σῶ­μα. Μὲ τὴν πλουσία παραστατικὴ καὶ συμβολική της σημα­σία αὐτὴ ἡ θέσι θέ­λει νὰ τονίση τὸν ὑψηλὸ βαθμὸ συγγε­νεί­ας μεταξὺ τοῦ ἀν­θρώπου καὶ τῆς θείας Τριάδος, πέρα ἀπὸ τὴν ἔντονη προ­σωπαρχικὴ ζωὴ τῶν τριαδικῶν ὑποστά­σεων (Κεφάλαια, 38).

Σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν ἄποψι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἱ­κανὰ φυσικὰ δῶρα πρὸς κατανόησι τῶν πραγμάτων, ἔχουν δηλαδὴ τὰ δῶρα τῆς φυσικῆς χάριτος, τὰ ὁποῖα βέβαια διὰ τῆς πτώσεως ἀλλοιώθηκαν. Τὰ πνευματικὰ ὅμως δῶρα τῆς θεοποιοῦ χάριτος δίνονται μόνο στοὺς τελείους (Κατὰ ᾿Ακιν­δύνου 5, 21).

4. ᾿Ενανθρώπησις καὶ ἀνακαίνισις. Τὸν πεσόντα ἄν­θρω­πο ἀνώρθωσε ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Κατὰ τὸν Γρηγόριο, τὸ ἐξοχώτερο γεγονὸς τῆς ἱστορίας εἶναι ἡ ἐνσάρ­κωσις τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἰδίως τὰ τελευταῖα ἐπεισόδιά της, ὁ σωτήριος θάνατος καὶ ἡ ἀνάστασίς Του (῾Ομιλία 41). ῾Ο Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐγεννήθηκε ἀπὸ γυναῖκα, γιὰ νὰ προσλά­βη τὴν φύσι ποὺ εἶχε φθαρῆ μὲ τὴν συμβολὴ τῆς Εὔας, καὶ μάλιστα ἀπὸ παρθένο, γιὰ νὰ ἀνακαινίση τὸν ἄνθρωπο. ῎Ετσι παράχθηκε μιὰ νέα ρίζα, ἡ ρίζα τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν ὁποία συνδέεται ὁ ἄνθρωπος. Τώρα ἡ ἀνθρωπίνη φύσις τοῦ Χρι­στοῦ κάθεται στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ προσελ­κύει τοὺς ἐπὶ μέρους ἀνθρώπους κοντά της. ῾Η σύνδεσις μὲ τὴ νέα ρίζα ἐξασφαλίζεται διὰ τῆς ἑκουσίας συμμετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀνακαίνισι, τῆς ὁποίας ἀρχὴ εἶναι ἡ ἀποδο­χὴ τοῦ βαπτίσματος, “τοῦ λουτροῦ τῆς παλιγγενεσίας” καὶ συνέχεια ἡ κοινωνία τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

5. Πνευματικὴ τελείωσις. Τῆς πνευματικῆς ζωῆς μπο-ροῦν νὰ ἀπολαύσουν ὅλοι οἱ πιστοὶ σὲ ὁποιαδήποτε κατά­στασι βίου κι ἂν εὑρίσκωνται, ἀλλ᾿ ἰδιαιτέρως προκόπτουν σ᾿ αὐτὴν οἱ ἀποσυρόμενοι ἀπὸ τοῦτον τὸν κόσμον καὶ ζῶν­τες σὲ ἀπόλυτη ἡσυχία, ἐξωτερικὴ καὶ ἐσωτερική. ῾Η ἡσυχία ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν συγκέντρωσι (συνέλιξι) τοῦ νοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο, τὴν ὁποία οἱ μὲν ἀρχάριοι ἡσυχασταὶ ἐπε­δίωκαν μὲ μιὰ εἰδικὴ τεχνικὴ μέθοδο, ποὺ δὲν ἐνθαρρύνει ὁ Παλαμᾆς, οἱ δὲ τελειότεροι ἐπιδιώκουν μὲ τὴν ἰσχυρὴ θέ­λη­σι. ῾Ο δεύτερος ἰσχυρὸς παράγων ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὴν τε­λείωσι εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη νοερὰ προσευχή, στὴν ὁποία με­τέ­χει τὸ σύνολο τοῦ ἀνθρώπου, ψυχὴ καὶ σῶμα. Τότε ὁ ἄν­θρωπος αἰσθάνεται μιὰ ἐσωτερικὴ θέρμη, ποὺ ὁμοιάζει μὲ τὸ πῦρ καὶ τὴν αὔρα. ῞Οσοι ἔχουν αὐτὴν τὴν ἐμπειρία κι­νοῦνται ἀπὸ τὴν ἄκτιστη καὶ θεοποιὸ χάρι.

῾Η συμμετοχὴ στὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ὅταν εἶναι πλή­ρης, ὁδηγεῖ στὴν θέωσι. Πρὸς ἀποφυγὴν παρερμηνείας τῆς ἐννοίας τῆς θεώσεως ἐφρόντισε νὰ σημειώση ὅτι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι “ὅλως διόλου γινόμεθα θεοί, χωρὶς τῆς κατ᾿ οὐσί­αν ταυτότητος”, γινόμαστε δηλαδὴ θεοὶ κατὰ χάριν καὶ ὄχι κατ᾿ οὐσίαν. Παρὰ ταῦτα, λόγω τῆς συμμετοχῆς στὶς ἄκτι­στες ἐνέργειες, κατὰ κάποιον τρόπο γίνονται καὶ οἱ ἄνθρω­ποι ἄκτιστοι, γίνονται ἄναρχοι καὶ ἀτελεύτητοι. “῾Ο Θεὸς ἐκείνους ποὺ γνωρίζουν τὸν Θεὸν καὶ τὸν ὑμνοῦν ἀπὸ τὶς ἐνέργειές του, τοὺς καθιστᾆ θεοσεβεῖς· ἐκείνους ὅμως ποὺ ἐπὶ πλέον μετέχουν τῶν ἐνεργειῶν καὶ ἐνεργοῦν κατὰ τὴν μετου­σία τους, τοὺς καθιστᾆ θεοὺς κατὰ χάριν ἀνάρχους καὶ ἀτε­λευτήτους” (᾿Απολογία, 37. Χρήστου, Συγγράμματα, 2, 122). Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ Παλαμᾆς παραπέμπει στὸν Μάξι­μο τὸν ῾Ομολογητή.

῾Η ἐμπειρία τῆς θεώσεως εἶναι δυνατὴ ἀπὸ τοῦ πα­ρόν­τος βίου διὰ μιᾆς παραδόξου συνδέσεως τοῦ ἱστορικοῦ μὲ τὸ ὑπεριστορικόν. Βασικὸ στοιχεῖο τῆς συμμετοχῆς στὴν ἐμ­πειρία τῶν θείων εἶναι ἡ θέα τοῦ θείου φωτός, μιᾆς ἀπὸ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Τὸ φῶς αὐτὸ εἶναι ἀΐδιο. Τὸ φῶς ποὺ εἶδαν οἱ μαθηταὶ στὸ Θαβώρ, τὸ φῶς ποὺ βλέ­πουν οἱ καθαροὶ ἡσυχασταὶ σήμερα καὶ ἡ ὑπόστασις τῶν ἀ­γαθῶν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος ἀποτελοῦν τρεῖς φάσεις ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ γεγονότος ποὺ εἶναι συντεθειμέναι σὲ μιὰ ὑπερ­χρόνιο πραγματικότητα. ᾿Αλλὰ σὲ σύγκρισι μὲ τὴν μέλ­λουσα πραγματικότητα ἡ παροῦσα ἐμπειρία εἶναι ἕνας ἀρ­ραβών.

῾Ο Γρηγόριος δὲν διέκοψε ἀμέσως μὲ τὴν ἐπιδείνωσι τῆς νόσου τὸ διδακτικὸ καὶ ἱερουργικὸ ἔργο, ἀλλ᾿ ἀργότερα ὑποχρεώθηκε νὰ μείνη κλινήρης. Καὶ στὴν κλίνη του ἀκόμα συγκεντρώνονταν οἱ μαθηταὶ καὶ συνεργάτες του γιὰ ν᾿ ἀ­κούσουν τὶς τελευταῖες διδαχές του. Τὶς τελευταῖες ἡμέρες ἐφώναζε συχνά:

- Τὰ ἐπουράνια στὰ ἐπουράνια,

σὰ νὰ ἔβλεπε κιόλας τοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ ἐβιαζόταν νὰ φθάση ἐκεῖ μία ὥρα γρηγορώτερα.

Κατὰ τὴν ἔξοδο τῆς ψυχῆς του ἡ χάρις τοῦ Πνεύ­μα­τος περιέλαμψε τὸ δωμάτιο μὲ θεῖο φῶς ποὺ ἀλλοίωσε τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου καὶ τοῦ ἔδωσε μία ὑπερφυσικὴ αἴγλη, ἂν καὶ ἦταν τελείως ἀποσαρκωμένο. Τὴ λάμψι τοῦ θείου φω­τὸς εἶδαν μόνο δύο ἀπὸ τοὺς παρισταμένους ἄνδρες, κληρι­κοὶ διακεκριμένοι καὶ στολισμένοι μὲ κάθε ἀρετή, ἐνῶ τὴν ὑπερφυσικὴ αἴγλη τοῦ προσώπου τὴν εἶδαν ὅλοι, ὄχι μόνο ὅσοι παρευρίσκονταν ἐκεῖ τὴν ὥρα ἐκείνη, ἀλλὰ καὶ ὅσοι παρακολούθησαν ἔπειτα τὴν ἐκφορά. ᾿Απέ­θανε στὶς 14 Νοεμ­βρίου 1359.

῾Ο θάνατος ἦταν τὸ μακάριο τέλος μιᾆς θαυμαστῆς ζωῆς ἐδῶ σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ ἡ ἀρχὴ μιᾆς ἰσόθεης ζωῆς δίπλα στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ. Τὸ λείψανό του κατα­τέθηκε στὸ ναὸ τῆς ῾Αγίας Σοφίας ποὺ ἦταν τότε ὁ καθε­δρικὸς ναὸς τῆς πόλεως.

Οἱ ἀγῶνες του γιὰ τὴν ᾿Ορθοδοξία ἐπὶ δυόμισυ δεκα­ετίες ἦσαν σὲ ὅλους γνωστοί, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ ἁγιότης τοῦ βίου του. ῏Ησαν ἐπίσης γνωστὲς καὶ μερικὲς θαυμα­τουρ­γικὲς ἐνέργειές του ὅσον καιρὸ ἐζοῦσε. Μετὰ τὸν θά­νατό του ἔφθασαν στὴν Κωνσταντινούπολι πληροφορίες γιὰ νέα θαύ­ματά του, ἐνῶ στὴ Μονὴ τῆς Λαύρας καὶ στὴν Κα­στο­ριὰ τοῦ ἀποδόθηκαν πολὺ γρήγορα τιμὲς ἁγίου. ῎Επειτα ἀπὸ αὐτὰ ὁ πατριάρχης Κάλλιστος, ποὺ ἔμεινε στὸ θρόνο ἕως τὸν θάνατό του, τὸ 1364, ἐζήτησε ἀπὸ τὴ Θεσσαλο­νίκη μία ἀκριβῆ ἔκθεσι γιὰ τὰ συμβαίνοντα. ῾Η ἔκθεσις συν­τά­χθηκε ἔπειτα ἀπὸ ἔρευνα καὶ ἀπόφασι συνάξεως κληρι­κῶν καὶ λαϊκῶν, ποὺ συνῆλθε ὑπὸ τὴν προεδρία τῆς βασι­λομή­τορος ῎Αννας, ἡ ὁποία συνέχιζε νὰ παραμένη στὴ Θεσ­σα­λονίκη.

Μὲ βάσι αὐτὴ τὴν ἔκθεσι ὁ Φιλόθεος, ὁ ὁποῖος δια­δέχθηκε γιὰ δεύτερη φορὰ τὸν Κάλλιστο στὸν πατριαρχικὸ θρόνο, τὸ 1364 συνέταξε ᾿Εγκώμιο καὶ ᾿Ακολουθία, καὶ ἐτέ­λεσε λειτουργία πρὸς τιμήν του. Αὐτῆς τῆς δραστηριότητος τοῦ Φιλοθέου καρπὸς εἶναι καὶ ἡ ἐκτενὴς βιογραφία τοῦ Γρηγορίου ποὺ μᾆς ἄφησε.

Μὲ πρᾆξι τῆς συνόδου τοῦ ᾿Απριλίου τοῦ 1368 ἀνα­γράφηκε ἡ μνήμη του ὡς ἁγίου στὸ ἡμερολόγιο τῆς ῾Αγίας Σοφίας, ποὺ ἐσήμαινε οὐσιαστικὰ ἀναγνώρισι τῆς ἁγιότη­τός του ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν ᾿Ορθόδοξη ᾿Ανατολικὴ ᾿Εκκλη­σία. ῾Ωρίσθηκε νὰ ἑορτάζεται τὴ δεύτερη Κυριακὴ τῆς Με­γάλης Τεσσαρακοστῆς μετὰ τὴν Κυριακὴ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, σὰν ἐπέ­κτασί της κατὰ κάποιο τρόπο. ῾Εορτάζεται μὲ κατάνυξι σὲ ὅλο τὸ χῶρο τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἀλλὰ στὴν πόλι του καὶ στὸ ναό του ὁ ἑορτασμὸς προσλαμβάνει ἰδιαίτερη λαμπρότητα. Στὸ ἀπολυτίκιο ποὺ τοῦ ἀφιέρωσε ὁ πατριάρ­χης Φιλόθεος ἐπισημαίνονται τὰ κύρια στοιχεῖα τῆς προσ­φορᾆς του:

᾿Ορθοδοξίας ὁ φωστήρ,

᾿Εκκλησίας τὸ στήριγμα καὶ διδάσκαλε,

τῶν μοναστῶν ἡ καλλονή,

τῶν θεολόγων ὑπέρμαχος ἀπροσμάχητος,

Γρηγόριε θαυματουργέ,

Θεσσαλονίκης τὸ καύχημα,

κήρυξ τῆς χάριτος,

ἱκέτευε διὰ παντὸς

σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

᾿Εννοεῖται ὅτι ἑορτάζεται ἐπίσης καὶ ἡ ἐπέτειος τοῦ θανά­του του τὴν 14 Νοεμβρίου.

῞Οταν ὁ ναὸς τοῦ ἁγίου Δημητρίου μετατράπηκε σὲ τζαμὶ τὸ 1493, ἱδρύθηκε κοντὰ στὴν παραλία νέος μικρὸς ναὸς πρὸς τιμὴν τοῦ ἁγίου. ᾿Εκεῖ μεταφέρθηκε τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, ὅταν καὶ τῆς ῾Αγίας Σοφίας ὁ ναὸς μετατράπηκε σὲ τζαμί, τὸ 1525, ὁπότε ὁ ναΐσκος ἀφιερώ­θηκε καὶ στοὺς δύο προστάτες τῆς πόλεως. Καθεδρικὸς να­ὸς μετὰ τὴν κατάληψι τῆς ῾Αγίας Σοφίας κατέστη ὁ τῶν ᾿Ασωμάτων, δηλαδὴ τῆς Ροτόντας, ἕως τὸ 1590, ὁπότε καὶ αὐτὸς καταλήφθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ καθεδρικὸς να­ὸς ἔγινε πλέον ὁ τοῦ ἁγίου Δημητρίου καὶ Γρηγορίου, ποὺ εἶχε σχετικῶς διευρυνθῆ. ῾Ο ναὸς αὐτὸς καταστράφηκε ἀπὸ πυρκαϊὰ τὸ 1889 καὶ ἄρχισε ἀμέσως ἡ κατασκευὴ νέ­ου. ῾Ο νέος ναός, ἀφοῦ ἡ πόλις ἐλευθερώθηκε τὸ 1912 καὶ ὁ ναὸς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀποδόθηκε καὶ πάλι στὸν ἅγιό του, ἀφιερώθηκε στὸν ἅγιο Γρηγόριο.

῾Η μονὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου στὰ Κουφάλια, ποὺ συ­στήθηκε τὸ 1978 καὶ ἔχει πάρει διαστάσεις μεγάλου ἱδρύ­μα­τος, ἀποτελεῖ εὐλαβικὸ ἀφιέρωμα στὴν ἁγιωσύνη του.

Γιὰ τὴ θέσι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ἀνάμεσα στοὺς με­γάλους θεολόγους καὶ πατέρες τῆς ᾿Ορθοδοξίας εὑρίσκομε μιὰ παραστατικὴ διήγησι ὀπτασίας ποὺ παραθέτει στὸ τέλος τῆς βιογραφίας του ὁ ἅγιος Φιλόθεος ὁ Κόκκινος. Τὴν παρα­θέτομε κατὰ λέξι παρακάτω:

– ῞Ενας ἀπὸ τοὺς μοναστὰς τῆς θαυμαστῆς Λαύρας τοῦ διασήμου ᾿Αθανασίου, τὴν ὁποία πολλὲς φορὲς ἐμνημο­νεύσαμε ἤδη προηγουμένως, ἄνδρας ποὺ ἀνῆκε σ᾿ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπέλεξαν τὸν ἐντελῶς μοναδικὸ καὶ ἡσυχαστικὸ βίο καὶ ἦταν τελείως ἀθέατος καὶ ἀνομίλητος σχεδὸν σὲ ὅλους, πλὴν ἑνὸς ἢ δύο προσώπων, παρακαλοῦσε ἐντόνως τὸν Θεὸ νύκτα καὶ ἡμέρα νὰ τοῦ ἀποκαλυφθοῦν τὰ συμ­βάντα στὸν θεῖο Γρηγόριο· δηλαδὴ ποία κατάληξις τὸν εὑρῆκε καὶ μὲ ποιοὺς ἀπὸ τοὺς εὐαρεστήσαντας τὸν Θεό, στὴν τάξι του, εὑρίσκεται τώρα ἐκεῖ. ᾿Αφοῦ πολὺν καιρὸ παρακαλοῦσε αὐτά, τοῦ παρουσιάσθηκε μιὰ νύκτα ἡ ἑξῆς ὀπτασία.

Τοῦ ἐφάνηκε ὅτι εὑρισκόταν στὴν μεγάλη Κωνσταντι­νούπολι καὶ ὅτι ἐστεκόταν μέσα στὸν θαυμαστὸ μεγάλο ναὸ τῆς Σοφίας τοῦ Θεοῦ, καὶ μάλιστα ἐνῶ δὲν εἶχε ταξιδεύσει ἐκεῖ ποτὲ καὶ δὲν εἶχε ἰδῆ οὔτε μὲ τὰ μάτια του ποτὲ τὸν ναὸ ἐκεῖνον. Τοῦ ἐφάνηκε ὅτι στὴ μέση τοῦ ναοῦ εἶδε νὰ συν­εδριάζη σύνοδος ἱερῶν ἀνδρῶν (ἦσαν ὁ μέγας ᾿Αθανά­σιος, καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν ὁ Βασίλειος καὶ ὁ Γρηγόριος, ὁ ᾿Ιωάννης μὲ τὴν χρυσῆ γλῶσσα, ὁ Νύσσης πάλι Γρηγόριος, ὁ Κύριλ­λος ὁ σοφός, μαζὶ δὲ μὲ αὐτοὺς καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτοὺς τὸ ἄλλο πλῆθος τῶν θεολόγων ἁγίων). Καθὼς λοιπὸν αὐτοὶ συ­ζητοῦσαν, ὁ ὁραματιστὴς ἔσπευσε νὰ προσηλώση τὸν νοῦ του, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσε νὰ μάθη τίποτε περισσότερο περὶ τῶν ἐκφερομένων ἀπὸ αὐτοὺς λόγων καὶ περὶ τῆς ὑποθέ­σε­ως. ῞Οταν ὅμως ἐφάνηκαν ὅτι εὑρίσκονται πρὸς τὸ τέλος τῶν συζητήσεων καὶ κατὰ τὴν συνήθεια ἔπρεπε νὰ καταλή­ξουν σὲ κάποια ἀπόφασι τότε καὶ ὁ μοναχὸς ἄκουσε ὅλους ἐκείνους τοὺς συνεδριάζοντας νὰ λέγουν ἀπὸ κοινοῦ ὅτι “εἶναι ἀδύνατο νὰ δοθῆ ἀπὸ ἐμᾆς ἡ ἐγκυρότης καὶ οἱ παρόν­τες νὰ ἐπιψηφίσουν τὶς ἀποφάσεις, ἂν δὲν προσέλθη στὴ σύν­οδο καὶ στὴν ψηφοφορία ὁπωσδήποτε καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ πρόεδρος τῆς Θεσσαλονίκης”.

᾿Αμέσως τότε ἀποστέλλεται ἕνας τῶν ὑπηρετῶν γιὰ νὰ προσκαλέση κι ἐκεῖνον στὴν ἱερὰ σύνοδο. Αὐτὸς δέ, ἀφοῦ μετέβηκε σ᾿ ἐκεῖνον, ἐπιστρέφει σὲ λίγο, λέγοντας ὅτι εἶναι ἀδύνατο νὰ πλησιάση κανεὶς σ᾿ αὐτὸν καὶ νὰ συνομι­λήση, διότι στέκεται δίπλα στὸν βασιλικὸ θρόνο καὶ ὁμιλεῖ μόνος πρὸς μόνον τὸν θεῖο βασιλέα. ᾿Εκεῖνοι τοῦ παρήγ­γειλαν καὶ πάλι νὰ μεταβῆ ἐκεῖ, νὰ ἀναμείνη τὸ τέλος τῆς βασιλικῆς συνομιλίας, καὶ ἔτσι νὰ συναντήση τὸν Γρηγόριο γιὰ νὰ τοῦ μεταφέρη τοὺς λόγους των. Πηγαίνει καὶ πάλι ἐκεῖ καὶ ἀφοῦ ἀνέμενε κατὰ τὴν παραγγελία καὶ εὗρε τὴν κατάλληλη εὐκαι­ρία, διεμήνυσε ὅλα ἐκεῖνα στὸν Γρηγόριο καὶ εἶπε, “Εἶναι ἀδύνατο νὰ ἐπικυρωθοῦν ἀπὸ τὴν σύνοδο τὰ ἀποφασισμένα, ἂν δὲν εἶσαι παρὼν καὶ σὺ ὁ ἴδιος”.

Μόλις ἐκεῖνος ἔμαθε αὐτὰ ἔρχεται πρὸς τὴν σύνοδο· οἱ δὲ σύνεδροι, ὅταν τὸν εἶδαν νὰ ἔρχεται, σηκώνονται ὅλοι καὶ τὸν ὑποδέχονται μὲ κάθε φιλοφροσύνη καὶ φέρον­τάς τον τὸν τοποθετοῦν σ᾿ ἕδρα ἀνάμεσά τους μαζὶ μὲ τὴν κορυ­φαία καὶ ὁμότιμη καὶ σεπτὴ τριάδα τῶν θεολόγων. ῎Ετσι λοιπὸν ἐπιφέρουν ἐκείνη τὴν μελετωμένη ψῆφο καὶ τὸ κῦ­ρος στὶς ἀποφάσεις ἢ μᾆλλον παρουσιάζουν οἱ ἴδιοι κάλλιστα τὰ προψηφισθέντα καὶ προεπικυρωθέντα μὲ τοὺς λόγους τόσο αὐτῶν ὅσο κι ἐκείνου, εἰς δόξαν αὐτοῦ καὶ τῆς κοινῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Πραγματικὰ ἐκεῖνα ἦσαν λόγοι ὅλων τῶν θεολόγων πρὸς τὸν Γρηγόριο μαζὶ μὲ κάποια ἱερὰ εὐχαριστία καὶ ἀπόρρητη εὐφροσύνη καὶ τέρψι, διότι τὰ μὲ διάφορες αἰτί­ες καὶ κατὰ διαφόρους χρόνους θεολογηθέντα ἀπὸ ἐκεί­νους, τὰ συνέλεξε αὐτὸς ὅλα σὲ μιὰ ἑνότητα τώρα τελευ­ταῖα κατὰ θεία δύναμι καὶ χάρι, τὰ συνῆψε καλῶς καὶ ἐπεξεργάστηκε κι ἔδωσε ὁ ἴδιος σ᾿ αὐτὰ τὶς νεωτεριστικὲς αἱρέσεις κατὰ ἐξ­αίσιο τρόπο καὶ κατέστησε τοὺς λόγους ἕνα εἶδος συμπέ­ρα­σμα καὶ ἀνάπτυξι ἱερὰ τῶν ἱερῶν ἐκεί­νων λόγων.

Αὐτὰ συνεχίζει, ἀπεφάσισαν ὅλοι μαζὶ καὶ ὁ καθένας χωριστὰ ἀπὸ τοὺς θεολόγους μὲ μεγάλη εὐφροσύνη νὰ εἴ­πουν ἀρκετὴν ὥρα πρὸς τὸν Γρηγόριο· ἐσηκώθηκαν μαζὶ μὲ αὐτὸν ἀπὸ τὴν καθέδρα καὶ διέλυσαν τὸν ἱερὸν ἐκεῖνο σύλ­λογο.

Τὸ ὁλοφάνερο νόημα αὐτῆς τῆς ὀπτασίας εἶναι πρῶ­το ὅτι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾆς ἀνήκει στὴν χορεία τῶν μεγάλων οἰκουμενικῶν διδασκάλων καὶ δεύτερο ὅτι ἡ διδα­σκαλία του ἀποτελεῖ διασάφησι, σύνοψι καὶ ἀνάπτυξι τῆς διδασκαλίας τῶν ἀρχαίων πατέρων.

᾿Αποτελεῖ ὅμως καὶ ἀνανέωσι ἡ διδασκαλία του. ῎Επειτα ἀπὸ στασιμότητα πολλῶν αἰώνων ὁ ἅγιος Γρηγό­ριος ἐπέτυ­χε ν᾿ ἀνανεώση τὴ χριστιανικὴ θεολογικὴ ὁρολο­γία καὶ νὰ δώση νέες κατευθύνσεις στὴ θεολογικὴ σκέψι. ᾿Αρνούμενος νὰ δεχθῆ τὴ διαλεκτικὴ τῶν ἐννοιῶν στὰ θέ­ματα τῆς προσεγγί­σεως τοῦ θείου, δὲν ἐθεωροῦσε τὸ θεῖο ῍Ον σὰν ἕνα ἀντι­κεί­μενο ἔρευνας, ἀλλὰ κατέβαλε σύντονες προσπάθειες νὰ κατο­χυρώση τὴν προσωπικότητά Του.

Ζώντας σὲ μία ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἀνθρωπισμὸς ἔπαιρνε τὴ γνωστὴ ἀναγεννητική του μορφή, παρουσίασε στὸν κόσμο τὸν δικό του θεανθρωπισμό. ᾿Αντὶ νὰ ἀποσύρη τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ σφαῖρα τοῦ Θεοῦ, τὸν ἔφερε πλησιέ­στερα σ᾿ Αὐτόν. ᾿Αντιμετώπισε τὸν ἄνθρωπο σὰν ὡλοκληρω­μένη προσωπικότητα ποὺ ἔχει τὴν ἀξία της τόσο ἐδῶ στὸν παρόντα κόσμο ὅσο καὶ στὸν μέλλοντα, καὶ μάλιστα ἀξία στὴ σύνθετή του ὑπόστασι, τὴν σωματικὴ καὶ πνευματικὴ συγχρόνως, τὴν ἀνθρωπίνη καὶ τὴ θεία. Καὶ εἶναι τέτοια ἡ ἀξία του ὥστε νὰ τὸν ἀνεβάζη ἐπάνω στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ.

῾Η θεολογία τοῦ Παλαμᾆ ἔχει συνισταμένη τὴ διδα­σκαλία γιὰ τὴν ἀνθρώπινη τελείωσι, εἶναι ἡ θεολογία τῆς ἀποθεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Κατὰ τὴν ἄποψι αὐτοῦ καὶ γε­νικώτερα τῶν ἡσυχαστῶν, ὁ ἄνθρωπος εἶναι μὲν ἕνα κτιστὸ ἀποτέλεσμα τῆς θείας ἐνεργείας, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἀνακεφα­λαίωσι καὶ κόσμημα τοῦ συνόλου τῆς δημιουργίας. Κάτω ἀπὸ τὶς συνθῆκες τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς καὶ ἀνατάσε­ως, τῆς ὁποίας κορύφωμα εἶναι ἡ κοινωνία μὲ τὸ Θεό, κατα­λαμβάνεται ὁλόκληρος ἀπὸ τὸ φῶς τῆς θείας δόξας ποὺ ἐκ­πέμπεται αἰωνίως ἀπὸ τὴν Τριάδα καὶ ὁ νοῦς του, ἁρπαζό­μενος ἀπὸ τὸ θεῖο φῶς καὶ εἰσερχόμενος μέσα σ᾿ αὐτό, γί­νεται καὶ ὁ ἴδιος φῶς. ῎Ετσι σὰν φῶς βλέπει τὸ φῶς.

῾Η ἡσυχαστικὴ θεωρία του δὲν ἐπηρέασε μόνο τὴ δι­δασκαλία τῆς ᾿Ορθόδοξης ᾿Εκκλησίας, ἀλλὰ καὶ τὸ σύνολο τῆς ζωῆς τῆς ᾿Ορθοδοξίας. Τὸ θεῖο φῶς ἀναζητοῦν οἱ ἀσκη­ταὶ τῆς ἐρήμου, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου, εἴτε μορ­φωμένοι εἴτε ἁπλοϊκοί· τὸ θεῖο φῶς ἀποδίδουν οἱ ἐμπνευ­σμένοι ζωγράφοι μὲ φωτεινὰ χρώματα στὰ ἐξογκω­μένα ση­μεῖα τῶν προσώπων τῶν ἁγίων, ὅπως τὸ βλέπομε περισσό­τερο ἀπὸ παντοῦ ἀλλοῦ στὰ ἔργα τοῦ Θεοφάνη τοῦ ῞Ελληνα.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: ῎Εκδοσις ἔργων γενική: Χρήστου, Π. Κ., Γρη­γορίου Παλαμᾆ Συγγράμματα, τόμοι I-VI, Θεσσαλονίκη 1962 καὶ ἑξῆς, μὲ τὴ συνεργασία τῶν B. Bobrinsky, J. Meyendorff, Π. Παπα­ευαγγέλου, Γ. ᾿Ι. Μαντζαρίδου, Ν. Α. Ματσούκα, Β. Στ. Ψευ­τογκᾆ, Β. Φανουργάκη, Λ. Κοντογιάννη. Τόμ. Ι (1962, 19882), Περὶ ῾Αγίου Πνεύματος, ᾿Αντεπιγραφαί, ᾿Επιστολαὶ πρὸς Βαρλαὰμ καὶ ᾿Ακίνδυνον, ῾Υπὲρ ῾Ησυχαζόντων. Τόμ. ΙΙ (1966), Πραγματεῖαι θεο­λογικαί, Πραγ­ματεῖαι ὁμολογιακαί, ἐπιστολαί. Τόμ. ΙΙΙ (1970), ᾿Αντιρρητικοὶ πρὸς ᾿Ακίνδυνον. Τόμ. IV (1988), ᾿Επιστολιμαῖαι πραγ­ματεῖαι, Κείμενα αἰχ­μαλωσίας, Κατὰ Γρηγορᾆ. Τόμ. V (1992), Κε­φάλαια, ᾿Ασκητικὰ καὶ ᾿Ηθικά, εὐχαί. Τόμ. VI (ὑπὸ προπαρασκευήν), ῾Ομιλίαι.
Μερικαὶ ἐκδόσεις: PG 150 καὶ 151. Candal, E., "El Theófanes de Gregorio Pálamas", OCP 12 (1946) 238-261. ῾Ο ἴδιος, "Fuente Palamiti­cas, Dialogo de jorge Facrasi", OCP 16 (1950) 303-356. Me­yendorff, J., Defense des Saints Hésychastes, Louvain 1959, 19732. Οἰκονόμος, Σ. Κ., ῾Ομιλίαι κβ¢, ᾿Αθῆναι 1861. Phillipi­dis-Braat, A., "La captivitè de Palamas chez les Turks", TM 7 (1979) 109-222. Sin­kewicz, R. E., The One hundred and fifty chapters, Toronto, Onta­rio, Canada 1988.
Πραγματεῖες καὶ ἄρθρα: Παπαμιχαήλ, Γρ., ῾Ο ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾆς, Πετρούπολις, ᾿Αλεξάνδρεια 1911. Jugie, M., "Palamas Gré­goire", DTC 11 (1932) 1735-1776. ῾Ο ἴδιος, "Palamite controverse", DTC 11 (1932) 1777-1818. Staniloae, D., Viat,a si invat,atura sfantu­lui Grigo­rio Palama, Sibiu 1938. Candal, E., "Innovaciones Palami­ti­cas en la doctrine de la gracia", Miscellanea Giov. Mercati, 3, 65, [Studi e Testi 123], Vatican City 1946. Kern, K., Anthropologiya sv. Gri­go­riya Palamy, Paris 1950. Meyendorff, J., Introduction a l’étude de Grégoire Palamas, Paris 1959. ῾Ο ἴδιος, "Palamas Grégoire", DSp. 12.1 (1987) 81-107. Radovic¢, A., Τὸ μυστήριον τῆς ῾Αγίας Τριάδος κατὰ τὸν ἅ­γιον Γρηγόριον Παλαμᾆν, [ΑΒ 16], Θεσσα­λονίκη 1973. Μαντζαρίδης, Γ., Παλαμικά, Θεσσαλονίκη 1973. ῾Ο ἴδιος, The deifi­cation of man, New York 1984. Stiernon, D., "Bulletin sur le Pala­misme", Rev.Et.Gr. 30 (1972) 231-341. Nadal, J. S., "La redaction première de la troisième lettre de Palamas à Acindynos", OCP 40 (1974) 233-255. Χρήστου, Π. Κ., ᾿Ασκητικὰ καὶ Νηπτικά, Θεσσαλο­νίκη 1977. Sinkewicz, R. E., "St. Gregory Palamas and the doctrine of God᾿s image according to the Capita 150", Θεολογία 57 (1986) 857-881.
Βίοι: Χρήστου, Π. Κ., Φιλοθέου Κοκκίνου, Εἰς τὸν βίον τοῦ ἁ­γίου Γρηγορίου Παλαμᾆ, κείμενον καὶ μετάφρασις, Θεσσαλονίκη 1984. Πάριος, ᾿Αθ., ῾Ο Παλαμᾆς ἐκεῖνος, Βιέννη 1784, Βίος ὑπὸ Φι­λοθέου, ἐγκώμιο ὑπὸ Νείλου, σὲ νεοελληνικὴ μετάφρασι, ἀκολουθία ἑορτῆς καὶ δύο παρακλητικοὶ κανόνες.
Π.Χ.

...επιστροφή
Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης Κοινωνία της Πληροφορίας